Η πρόταση «Για να μπορείς να έχεις γνήσιες σχέσεις, πρέπει να βιώσεις τον άλλο ως ξεχωριστό πρόσωπο που έχει τα δικά του κίνητρα και τις δικές του προθέσεις» αναδεικνύει τη σημασία της αναγνώρισης και αποδοχής της ατομικότητας και της αυτονομίας του καθενός σε μια σχέση.
Η γνησιότητα σε μια σχέση προϋποθέτει την ικανότητα να αντιληφθούμε τον άλλον ως ξεχωριστό και αυτόνομο πρόσωπο. Κάθε άνθρωπος έχει τα δικά του συναισθήματα, ανάγκες, κίνητρα και προθέσεις. Είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε και να σεβόμαστε αυτήν την ατομικότητα, αντί να προσπαθούμε να τον ελέγξουμε ή να τον αλλάξουμε.
Η αναγνώριση των δικών του κινήτρων και προθέσεων είναι επίσης σημαντική για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τις επιλογές και τις πράξεις του. Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του εσωτερική κίνηση και στόχους, και η κατανόηση αυτών μας βοηθά να αναπτύξουμε πιο βαθιές και πιο συναφείς σχέσεις.
Όταν αντιμετωπίζουμε τον άλλο ως ξεχωριστό πρόσωπο με τη δική του ανεξαρτησία και αυθορμησία, δημιουργούμε ένα περιβάλλον σεβασμού και αποδοχής. Αυτό ενισχύει την αμοιβαία επικοινωνία, την εμπιστοσύνη και την αληθινή σύνδεση μεταξύ μας.
Συνοψίζοντας, για να έχουμε γνήσιες σχέσεις, πρέπει να αναγνωρίζουμε και να σεβόμαστε τον άλλον ως ένα ξεχωριστό πρόσωπο με τα δικά του κίνητρα και τις δικές του προθέσεις. Αυτή η αναγνώριση και αποδοχή της ατομικότητας οδηγεί σε πιο αληθινές, συναφείς και ισορροπημένες σχέσεις.
Τι θα γινόταν αν στις σχέσεις υπήρχε από πριν μια κοινή κατεύθυνση και ένας κοινός προσανατολισμός; Αν υπήρχε ένα ανεξάρτητο πλαίσιο αξιών στην οικογένεια σε σχέση με την ιδιαίτερη πραγματικότητα της οικογένειας και την σχέση της με την ευρύτερη οικογένεια; Τι θα γινόταν αν τα μέλη της οικογένειας δεν παρασύρονταν από κοινωνικές κατασκευές για το τι κάνουν οι άλλοι;
Οι ανάγκες μιας οικογένειας συνήθως εκφράζονται με την απόκτηση υλικών αγαθών. Συνήθως οι γονείς ενδίδουν στις ανάγκες των παιδιών τους για πολλά αποκτήματα και συμμετοχές σε διάφορα χόμπι. Οι αποφάσεις και τα χόμπι που θα ακολουθήσουν τα παιδιά θα πρέπει να γίνονται στη βάση ενός πλαισίου αξιών και ρεαλιστικών σκέψεων οι οποίες θα ανταποκρίνονται στις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε οικογένειας. Αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι να λαμβάνονται αυτές οι αποφάσεις με κριτήριο το τι κάνουν οι άλλοι. Για να τα κάνουν οι άλλοι κάτι ωφέλιμο θα έχει. Επίσης αυτό βοηθά στο ανήκεις του κοινωνικού συνόλου.
Η θεώρηση των ηθικών αξιών, της παράδοσης, των εθίμων ακόμα και της θρησκείας είναι σημαντική για την πορεία και την εξέλιξη της οικογένειας. Οι γονείς θα πρέπει να φτάσουν σε μια κοινή συμφωνία για το τι θεωρούν σημαντικό για αυτούς προκειμένου να χαράξουν την πορεία της οικογένειας τους.
-θα αγοράζουμε στα παιδιά ότι θέλουν;
-θα πηγαίνουμε εκκλησία; Θα κάνουμε λατρευτική ζωή;
-θα βγαίνουμε έξω με τα παιδιά;
-θα αφήνουμε τα παιδιά να βλέπουν τηλεόραση; Αν ναι πόση ώρα;
-θα τους αγοράσουμε κινητό; Αν ναι σε ποια ηλικία;
-θα καταθέτουμε μερικά χρήματα του εισοδήματος μας ή θα τα ξοδεύουμε όλα;
Οι πιο πάνω παραδειγματικές ερωτήσεις δεν είναι καθόλου εύκολο να απαντηθούν και μπορούν να οδηγήσουν σε μη παραγωγικές συγκρούσεις ανάμεσα στους γονείς αν δεν δοθεί ο χώρος και στους δύο σύντροφους να εκφράσουν τις απόψεις τους. Δεν αρκεί μόνο να γνωρίζουμε την γνώμη του συντρόφου μας, τις ανάγκες του αλλά και τα αισθήματα του.
Αν οι γονείς διαφωνούν χρειάζεται κάτι περισσότερο από μια απλή γνώση των καταστάσεων. Θα πρέπει να υπάρχει ένα από κοινού ηθικό πρότυπο αξιών που να είναι αποδεκτό και από τους δύο γονείς, για να μπορούν να παρθούν αποφάσεις και να χαραχθεί η πορεία της οικογένειας με στόχους που να μπορούν να είναι εφικτοί.
Οι αλλοιώσεις πολλές , οι προοπτικές άγνωστες. Σε όλο αυτό στεκόμαστε αμήχανοι, εκστασιασμένοι και μοναχικοί. Οι δομές που στήριζαν τα θεμέλια της ανθρωπότητας γκρεμίζονται η μία πίσω από την άλλη. Τίποτα δεν είναι σταθερό παρά μόνο η διαίσθηση ότι η μόνη σταθερή κατάσταση είναι η συνεχής αλλαγή. Σκεφτόμαστε ότι αυτό είναι κάτι περαστικό είναι μια μεταβατική φάση, τελικά όμως αντιλαμβανόμαστε ότι η συνεχής αλλαγή είναι η μόνιμη κατάσταση στην οποία θα πρέπει να προσαρμοστούμε. Τα πιστεύω μας και οι αλήθειες μας διασαλεύονται, αμφισβητώντας καθημερινά τις επιλογές που κάνουμε, αμφισβητούμε τον εαυτό μας και τους ανθρώπους γύρω μας.
Πιστέψαμε στις κοινωνικές αλλαγές και στην εξέλιξη της επιστήμης που θα μας πρόσφεραν ευημερία και μια σταθερή κοινωνία. Φορτωθήκαμε υλικά αγαθά και αρχίσαμε να τρέχουμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, με νέα γνώση, νέες ιδέες για να προλάβουμε την εξέλιξη για να νιώσουμε πάλι απογοητευμένοι και εξουθενωμένοι. Εξουθενωμένοι γιατί δεν βλέπουμε προοπτική και γιατί πήγαμε ενάντια στην ίδια μας την φύση, κόντρα στην ίδια μας την ζωή.
Η οικογένεια, η μόνη μας σταθερή, άρχισε να μετατρέπεται σε ένα ασφυκτικό κλοιό, η εργασία μας ένας κλειστός ορίζοντας και ο έρωτας σε ένα άπιαστο φευγαλέο όνειρο. Πολλές επιλογές, πολλές εικόνες, πολλές διαφημίσεις, πολλές ιδέες και αντιλήψεις δημιουργούν ένα κυκλώνα αντιφάσεων που μας δυσκολεύουν να πάρουμε αποφάσεις και να θέσουμε προτεραιότητες. Για κάποιο λόγο δεν μπορούμε να ιεραρχήσουμε αυτές τις προτεραιότητες.
Τρέχουμε να προλάβουμε, να αποκτήσουμε υλικά αγαθά, να προχωρήσουμε στην καριέρα μας, να τραφούμε υγιεινά, να γυμναστούμε σωστά, να μορφώσουμε τα παιδιά μας, να διασκεδάσουμε επαρκώς. Τρέχουμε να επιλέξουμε από τις τόσες πολλές επιλογές που έχουμε για να καλύψουμε τις ανάγκες μας που τελικά καταλήγουμε να μην ξέρουμε τι θέλουμε.
Αυτή η άνιση κούρσα μας δημιουργεί φυσικά άγχος, ένα άγχος επίδοσης αφού πρέπει να είμαστε «οκ» σε όλα. Αν δεν είμαστε «οκ» τότε εμφανίζονται οι ανασφάλειες, οι ψυχικές διαταραχές και καταφεύγουμε στους διάφορους «ειδικούς», ψυχολόγους, ψυχοθεραπευτές, εργοθεραπευτές και τέλος στους ψυχιάτρους που θα μας δώσουν τα κατάλληλα φάρμακα για να μην νιώθουμε, να μην αναγνωρίζουμε το συναίσθημα μας , να το καταπιέσουμε για να συνεχίσουμε να είμαστε «οκ» χωρίς το άγχος της επίδοσης.
Αναζητούμε συνεχώς νέες κατευθυντήριες γραμμές που θα μας δώσουν νόημα στη προσωπική , οικογενειακή και επαγγελματική μας ζωή. Ο κάθε ένας αναζητά το δικό του νόημα ύπαρξης. Το αναζητούμε σε σεμινάρια αυτογνωσίας, σε διάφορες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις, στην μελέτη θρησκειών, στην ομοιοπαθητική, στη γιόγκα ακόμα και στα ζώδια. Πολλοί μας υπόσχονται λύσεις, πολλοί εμφανίζονται ως σωτήρες. Και εμείς μετέωροι να μην μπορούμε να αποφασίσουμε προς τα που να απευθυνθούμε αφού το αγωνιώδες ψάξιμο έχει γίνει πλέον τρόπος ζωής.
Μέσα σε όλη αυτή την αναζήτηση ξεχνάμε να αναζητήσουμε τον προσωπικό μας εαυτό το μόνο σταθερό σημείο σε όλη αυτή την πολυπλοκότητα που μας περιβάλλει. Μέσα από προσωπικές αναζητήσεις ο στόχος θα μπορούσε να είναι η ένταξη μας σε μια συλλογικότητα , σε μια αναζήτηση στο πως μπορούμε να συνυπάρξουμε μαζί με τον άλλον. Δεν θα μιλάμε πλέον για ένα χαμένο εαυτό , για ένα εσωτερικό κενό αλλά για μια διαδικασία εξερεύνησης των βαθύτερων συναισθημάτων, πεποιθήσεων και αξιών που θα καθοδηγούν τις επιλογές, τις σκέψεις, τις πράξεις μας και την συμπεριφορά μας.
Σημαντική αυτή η διαδικασία γιατί οι πεποιθήσεις και οι αξίες , επηρεάζουν την προσέγγισή μας σε διάφορα θέματα, όπως την ηθική, τη πολιτική, τη κοινωνική και τη προσωπική μας ζωή. Απαιτεί όμως χρόνο, ενέργεια και αφοσίωση. Αυτές θα αποτελέσουν τον πυρήνα της προσωπικής και κοινωνικής μας ταυτότητας.
Από τις αρχές του 21ου αιώνα η παραδοσιακή μορφή της οικογένειας έχει μεταμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό. Θα ήταν λοιπόν ωφέλιμο να επαναπροσδιορίσουμε τους όρους που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε τις νέες μορφές συμβίωσης. Η ευρεία οικογένεια έχει ήδη αλλάξει μορφή.
Στις αρχές του αιώνα ο γάμος ήταν άρρηκτα συνδεμένος με την αναπαραγωγή και ο μόνος λόγος διάλυσης του ήταν ο θάνατος. Από την δεκαετία του 1960 οι προγαμιαίες σχέσεις ήδη είχαν γίνει αποδεκτές ως ένας τρόπος εξασφάλισης ασφαλούς σεξουαλικής δραστηριότητας και οτιδήποτε απαγορεύσεις έχουν εξαλειφθεί. Βλέπουμε λοιπόν μία αποσύνδεση του θεσμού του γάμου από την απόκτηση απογόνων. Οι νέοι πλέον διαχωρίζουν τον θεσμό του γάμου και την απόκτηση απογόνων και υποστηρίζουν ότι μια ουσιαστική σχέση συντροφικότητας δεν μπορεί να μπει σε «ταμπέλες». Για τα νέα ζευγάρια που συζούν μαζί και τεκνοποιούν, ο παραδοσιακός θεσμός του αρραβώνα δεν έχει κανένα νόημα, αφού η περίοδος συγκατοίκησης θεωρείται περίοδος δοκιμασίας της σχέσης.
Η σχέση του ζευγαριού περνά από μεγάλες ανακατατάξεις. Ως αποτέλεσμα τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες νιώθουν αμφιθυμία για την δέσμευση μεταξύ τους και την δημιουργία οικογένειας. Παρ’ όλα αυτά όμως, βλέπουμε ότι όλο και περισσότεροι άντρες διεκδικούν πιο μεγάλη συμμετοχή στο μεγάλωμα των παιδιών τους και αναλαμβάνουν ένα πιο ενεργό ρόλο.
Η ορολογία για την περιγραφή της σχέσης έχει αλλάξει. Όλο και περισσότερο χρησιμοποιείται ο όρος σύντροφος αντί σύζυγος. Ενώ η συζυγία παραπέμπει σε δύο ανθρώπους που κινούνται μαζί χωρίς απόκλιση και διαφοροποίηση, ο όρος σύντροφος παραπέμπει σε ελευθερία κινήσεων, αυτονομία και ίσως επιλεγμένη απόσταση.
Η μεταμόρφωση της οικογένειας ζητά νέους όρους για να περιγράψει τις νέες μορφές που έχει πάρει τα τελευταία χρόνια. Το σίγουρο είναι ότι οι αρνητικοί όροι που χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν τις νέες αυτές μορφές, μάλλον αποπροσανατολίζουν και δημιουργούν αρνητικές εντυπώσεις στην κοινωνία παρά να βοηθούν στην δημιουργία νέας ταυτότητας του οικογενειακού σχήματος.
Σύμφωνα με τον Serge Tisseron ένα μυστικό έχει πάντα την πηγή του σε ένα ισχυρό τραυματικό γεγονός που αφορά μεγάλα ζητήματα στην ζωή του ανθρώπου όπως τις συνθήκες γέννησης του, τις συνθήκες ανατροφής του την καταγωγή του και ίσως συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού. Υπάρχουν τα ιδιωτικά μυστικά, τα συλλογικά μυστικά που αφορούν μια ομάδα ή κοινότητα και σχετίζονται με μαζικές καταστροφές, βομβαρδισμούς, σεισμούς, κτλ.
Λέει λοιπόν ο Tisseron ότι πίσω από κάθε μυστικό βρίσκεται ένα τραύμα, μια βαθιά αγιάτρευτη πληγή που «πυορροεί». Το τραύμα ήταν τόσο μεγάλο που το άτομο που το βίωσε δεν το επεξεργάστηκε και στην υπόλοιπη του ζωή το διαχωρίζει από όλες τις υπόλοιπες ψυχικές του λειτουργίες. Έτσι μένει ζωντανό στην μνήμη του καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του.
Όσο το μυστικό κρύβεται περνά ψυχικά στη ζωή των παιδιών, που σκέφτονται ότι οι γονείς τους κάτι τους κρύβουν κάτι σοβαρό και προσπαθούν συνέχεια να μαντέψουν τί είναι. Τα παιδιά προσπαθούν να κατανοήσουν τις ακατανόητες συμπεριφορές των γονιών τους και πλάθουν ιστορίες για να εξηγήσουν αυτές τις ακατανόητες συμπεριφορές. Το παιδί αυτού του γονέα προσπαθεί να αναπλάσει με όποιον τρόπο μπορεί εικόνες για αυτά που ο γονέας του δεν του έχει πει, για αυτά που δεν του έχει μιλήσει. Προσπαθεί να δώσει νόημα σε αυτά που βιώνει. Μπορεί να εκδηλώσει σωματικά συμπτώματα , άγχη, φοβίες , μαθησιακές δυσκολίες , ή να κάνει πως δεν καταλαβαίνει.
Όσοι έζησαν το μυστικό δεν μιλούν για αυτό ή δεν μπορούν να μιλήσουν για αυτό. Στην επόμενη γενιά τα γεγονότα γίνονται «ακατανόμαστα» αφού το περιεχόμενο τους δεν είναι γνωστό. Το παιδί όταν ενηλικιωθεί βιώνει αισθήσεις, συναισθήματα ή εικόνες που δεν μπορεί να εξηγήσει. Το μυστικό όταν είναι βίαιο ή τραυματικό και το περιβάλλον δεν μπορεί να στηρίξει το παιδί για την αφομοίωση του τότε το τραύμα δεν μπορεί να αφομοιωθεί πλήρως.
Τα οικογενειακά μυστικά λέει o Tisseron έχουν δύο πύλες. Η μια οδηγεί στο τραύμα δηλαδή στον εσωτερικό ψυχικό κόσμο του ατόμου και η άλλη στον τρόπο που η κοινωνία χειρίζεται τις καταστροφές και τα ψέματα που την μαστίζουν. Συνδέονται λοιπόν όχι μόνο με την προσωπική ιστορία του ατόμου αλλά και με την κοινωνική οργάνωση και την κουλτούρα.
Από το βιβλίο ¨Οικογενειακά μυστικά» Serge Tisseron, εκδόσεις Άγρα.
Συχνά έχουμε μη ρεαλιστικές προσδοκίες για τα παιδιά για το πώς «πρέπει» να συμπεριφέρονται. Προσδοκίες γύρω από τη συμπεριφορά του παιδιού που δεν βασίζονται στην επιστήμη ή την ψυχολογία της παιδικής ανάπτυξης.
Οι γονείς πιστεύουν ότι αν το παιδί τους δεν πληροί συγκεκριμένα κοινωνικοπολιτισμικά πρότυπα ή προσδοκίες συμπεριφοράς, είναι “προβληματικό”. Ένας από τους στόχους στην ψυχοθεραπεία για την σχέση γονέα-παιδιού ή της συμβουλευτικής γονέων είναι η ομαλοποίηση της συμπεριφοράς των παιδιών μέσα σε ένα αναπτυξιακό πλαίσιο.
Η ομαλοποίηση της συμπεριφοράς των παιδιών μπορεί να ακούγεται ως εξής:
-Η αδερφική αντιπαλότητα μεταξύ των παιδιών σας που περιγράφετε είναι φυσιολογική.
-Το να μην μπορεί το παιδί σας να κοιμηθεί ακόμη μόνο του είναι πολύ συνηθισμένο.
-Η ανάγκη για εγγύτητα που δείχνει το παιδί σας είναι πολύ συνηθισμένη και απολύτως φυσιολογική.
Αν προσαρμόσουμε τις κοινωνικές προσδοκίες με τις προσδοκίες που έχουμε εμείς για τα παιδιά μας ανάλογα, η σχέση μας με τα παιδιά μας μπορεί να γίνει ευκολότερη ακόμα και όταν η συμπεριφορά τους δεν αλλάζει ή δεν έχει αλλάξει ακόμα.
Φυσικά υπάρχουν φορές που η συμπεριφορά ενός παιδιού μπορεί να αντικατοπτρίζει ένα πρόβλημα, ένα πρόβλημα στο περιβάλλον του, όπως η οικογένεια, το σχολείο, την κοινότητα ή μια ανικανοποίητη ανάγκη, ή κάποιο άλλο θέμα, αλλά συχνά συμβαίνει η συμπεριφορά που θεωρούμε προβληματική, αν και ανεπιθύμητη, είναι στην πραγματικότητα πολύ φυσιολογική.
Σκεφτήκατε τι θα συμβεί αν επαναπλαισιώνουμε την ερμηνεία μας για τη συμπεριφορά του παιδιού μας από το “το παιδί μου προσπαθεί να με χειραγωγήσει ώστε να πάρει αυτό που θέλει” σε “το παιδί μου εκφράζει μια ανάγκη”; θα νιώθατε διαφορετικά; θα άλλαζε η συμπεριφορά σας απέναντι του;
Τα παιδιά εξαρτώνται από τους “μεγάλους” γύρω τους για να επικοινωνήσουν και να εκπληρώσουν τις ανάγκες τους. Καθημερινά τα παιδιά επικοινωνούν για τις ανάγκες τους. Τα πολύ μικρά παιδιά επικοινωνούν τις ανάγκες τους με το κλάμα, και τα μεγαλύτερα με λόγια ή μέσω της συμπεριφοράς τους.
Θεωρούμε ότι το παιδί μας μέσω της συμπεριφοράς του “αναζητά την προσοχή μας”. Σκεφτήκαμε ποτέ ότι συμπεριφέρονται με αυτό τον τρόπο επειδή “χρειάζονται” την προσοχή μας;
Η αναζήτηση της προσοχής ενός φροντιστή είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση και δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί χειραγώγηση. Χωρίς αυτήν τα παιδιά αισθάνονται άγχος, αναστάτωση ή ανασφάλεια .
Σε μια υγιή, ασφαλή σχέση μεταξύ γονέα-παιδιού, τα παιδιά αισθάνονται ελεύθερα να εκφράσουν τις ανάγκες τους για τροφή, ύπνο, άνεση, προστασία, παιχνίδι, εξερεύνηση, εγγύτητα και αυτονομία. Ο γονέας ή το πλησιέστερο πρόσωπο αναφοράς, θα ανταποκριθεί με ευαισθησία στα συνθήματα τους, προσπαθώντας να αναγνωρίσει ποια είναι η ανάγκη τους και όταν είναι δυνατόν, θα εκπληρώσει αυτήν την ανάγκη. Αυτό το μοτίβο αλληλεπίδρασης δεν είναι ένα πρότυπο χειραγώγησης, αλλά ένα πρότυπο ανταπόκρισης στις ανάγκες του παιδιού για μια ασφαλή σχέση γονέα-παιδιού.
Ακόμη και όταν υπάρχουν φορές που ο γονέας δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του παιδιού του λόγω καθηκόντων ή ευθυνών, μπορεί να ανταποκριθεί στο σύνθημα του παιδιού του, με το να πει, “καταλαβαίνω τι θέλεις, ξέρω, χρειάζεσαι λίγο χρόνο. Πρώτα πρέπει να κάνω αυτή τη δουλειά και μετά θα έρθω”. Μπορούμε να σεβαστούμε την ανάγκη ενός παιδιού ακόμα και σε εκείνες τις στιγμές που δεν μπορούμε να την καλύψουμε.
Μαθαίνοντας ότι οι ενήλικες ανταποκρίνονται στην επικοινωνία τους και προσπαθούν να εκπληρώσουν τις ανάγκες τους –τις περισσότερες φορές– τα παιδιά μαθαίνουν: ότι μπορούν να βασιστούν πάνω τους, ότι οι σχέσεις είναι ένας πόλος όπου μπορούν να εκφράσουν αποτελεσματικά τον εαυτό τους και να επικοινωνούν τις ανάγκες τους.
Υπάρχει η πεποίθηση της κοινωνίας ότι οι γονείς πρέπει να είναι σε θέση να ελέγχουν αποτελεσματικά τα παιδιά τους και τη συμπεριφορά τους. Αν αυτό δεν μπορούμε να το καταφέρουμε είναι πιθανό να βιώσουμε ντροπή, αμηχανία, θυμό, απογοήτευση, εξάντληση, άγχος και αισθήματα ανεπάρκειας. Όλοι μπορούμε να θυμηθούμε ένα γεγονός που το παιδί μας άρχισε να τσιρίζει και να κτυπιέται σε ένα κατάστημα ή σε έναν δημόσιο χώρο. Ανησυχούσαμε για το τι θα σκεφτόντουσαν οι άνθρωποι γύρω μας για εμάς ή το παιδί σας. Ο λόγος είναι διότι πιστεύαμε ότι το παιδί μας δεν πρέπει να συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο δημόσια και ότι εμείς θα έπρεπε να μπορούσαμε να το σταματήσουμε.
Έχοντας την πεποίθηση ότι θα πρέπει να έχουμε τα παιδιά μας κάτω από τον έλεγχο μας κλιμακώνουμε τις προσπάθειές μας να αποκτήσουμε «επιτυχώς» τον έλεγχο του παιδιού μας και της συμπεριφοράς του, μέσω απειλών, εκφοβισμού, εξαναγκασμού, φόβου και τιμωρίας. Επίσης μπορεί να αισθανόμαστε αβοήθητοι και απελπισμένοι και να αναρωτιόμαστε τι συμβαίνει που δεν καταφέρνουμε να έχουμε το παιδί μας υπό έλεγχο.
Ως γονείς θέλουμε να προστατεύουμε τα παιδιά μας και αυτό καμμιά φορά απαιτεί να «αναλαμβάνουμε» κατά καιρούς—αλλά η προσπάθεια να κρατήσουμε τα παιδιά μας ασφαλή διαφέρει από το να προσπαθούμε να ελέγχουμε τη συμπεριφορά τους για να είναι σύμφωνα με τα κοινωνικά πρότυπα. Υπάρχουν συμπεριφορές των παιδιά που είναι αναπτυξιακά φυσιολογικές αλλά κρίνονται ανεπιθύμητες ή και προβληματικές από το πλαίσιο του παιδιού.
Με άλλα λόγια, αυτό που μια κοινωνία ή κοινότητα θεωρεί ως επιθυμητή παιδική συμπεριφορά συχνά δημιουργεί το αίσθημα της αποτυχίας τόσο στα παιδιά όσο και στους γονείς τους.
Στο πέρασμα του χρόνου η γνωστή πυρηνική μορφή οικογένειας, δηλαδή αυτή που αποτελείται από το πατέρα, τη μητέρα και τα παιδιά έχει διανύσει διάφορες μεταλλαγές οι οποίες έχουν την βάση τους σε κοινωνικές και οικονομικές ανακατατάξεις. Μέσα από αυτές τις αλλαγές η κάθε νέα γενιά νοσταλγεί τις παλιές παραδοσιακές κατασκευές της πυρηνικής οικογένειας, εκφράζει κοινωνικά την αγωνία της για την συνέχιση της πυρηνικής οικογένειας και κατα πόσο αυτός ο θεσμός είναι ικανός να αντέξει στην πάροδο του χρόνου.
Μια νέα μορφή οικογένειας η οποία αμφισβητείται είναι η μονογονεϊκή οικογένεια. Οι οικογένειες αυτές έχουν χαρακτηριστεί ως “προβληματικές” , “δυσλειτουργικές” και “αποδιοργανωμένες”. Έχουν επίσης στιγματιστεί ως αιτία για την χαμηλή επίδοση των παιδιών στο σχολείο, την παραβατική τους συμπεριφορά και την δυσλειτουργική ανάπτυξη της προσωπικότητας τους.
Μεγάλη είναι η βιβλιογραφία που τονίζει τις διαφορές ανάμεσα στην πυρηνική οικογένεια και την μονογονεϊκή οικογένεια. Συνήθως τονίζεται η έλλειψη του πατέρα η οποία ευθύνεται για τις οποιεσδήποτε δυσκολίες που θα ακολουθήσουν χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λόγοι της απουσίας του πατέρα και η σχέση του παιδιού με τον απόντα πατέρα. Σε πολλές όμως πυρηνικές οικογένειες ο πατέρας μπορεί να είναι παρόν σωματικά αλλά συναισθηματικά να είναι απών.
Επίσης τονίζεται ότι ο γονέας που μεγαλώνει παιδί του αντίθετου φύλου μπορεί να νιώθει ανεπαρκής και να θεωρεί ότι δεν θα δώσει τα “πρότυπα” του ιδίου φύλου. Ξεχνάμε όμως ότι σε περιπτώσεις βίας και κακοποίησης μερικές φορές η απομάκρυνση του γονέα μπορεί να είναι η λύση και όχι το πρόβλημα. Στηρίζουμε ότι ο γονέας που μένει με το παιδί είναι πρώτα άνθρωπος με δύναμη και ευαισθησίες και μετά γυναίκα ή άντρας.
Φαίνεται ότι όταν οι μονογονεϊκές οικογένειες δεν υποφέρουν από συνθήκες φτώχειας μπορεί να τα καταφέρνουν εξίσου καλά στις λειτουργίες τους με τις πυρηνικές οικογένειες. Ακόμα όμως και αν οι μονογονεϊκές οικογένειες ζουν σε συνθήκες φτώχειας μπορούν να λειτουργούν σωστά και να αναπτύσσουν διεργασίες με ξεκάθαρα και σαφή όρια μεταξύ των μελών τους. Πολλές από αυτές τις οικογένειες αξιοποιούν το υποστηρικτικό δίκτυο το οποίο διαθέτουν για να επικοινωνούν, να αλληλεπιδρούν και να διαχειρίζονται τις συγκρούσεις μεταξύ τους.
Κάθε νέα μορφή οικογένειας αντιμετωπίζει διάφορες προκλήσεις, έχει το δικό της δυναμικό και τους δικούς της περιορισμούς. Στόχος μας θα πρέπει να βοηθήσουμε να αναδυθεί αυτό το δυναμικό, να ενισχυθεί λαμβάνοντας πάντα υπόψη τις διαφορετικές ανάγκες του γονέα και του παιδιού και όχι πως να αναπληρωθεί η απουσία του απόντα γονέα και πιθανόν ελλείψεις λόγω αυτού.
Στην ιστορία μας με την οικογένεια για το σύμπτωμα ενός μέλους της, ενός παιδιού, επεξεργαζόμαστε την σημασία του συμπτώματος, δηλαδή πως το βιώνουν οι γονείς.
Ταυτόχρονα εισάγουμε μια αλλαγή που να μην δημιουργεί ενοχές ή επιθετικότητα στα μέλη της.
Ένα σύμπτωμα αναπτύσσεται στην πορεία του χρόνου και υπάρχει επειδή εξυπηρετεί μια λειτουργία μέσα στην οικογένεια. Γύρω από το σύμπτωμα χτίζεται μια ψυχολογική κατασκευή γύρω από την οικογένεια στο ποιος φταίει, ποιος δεν φταίει, και γίνεται μέλος της δομής της.
Οι περισσότερες προσπάθειες επιμένουν στην εξαφάνιση του συμπτώματος παρά στην συμφιλίωση ή την αποδοχή του συμπτώματος. Επικεντρωνόμαστε λοιπόν σε αυτό που δεν κάνει καλά το παιδί, σε αυτό που δεν μπορεί να ανταποκριθεί, και στην διαρκή του αξιολόγηση.
Μέσα στην οικογένεια το σύμπτωμα βιώνεται ως αμφιθυμία με τα υπέρ και τα κατά και οι αντιδράσεις των μελών επικοινωνούνται μέσα από ένα κλίμα ανυπομονησίας. Βιώνουν ψηλά επίπεδα στρες τα οποία στην συνέχεια αυξάνουν την πιθανότητα μιας οξυμένης εμφάνισης του συμπτώματος.
Η σταθεροποιητική αλλαγή των σχέσεων μέσα στην οικογένεια γίνεται με την πρόθεση να εγκατασταθεί η ελπίδα, και η βελτίωση. Ποιοτική αλλαγή των στάσεων και απόψεων της οικογένειας ανά μεταξύ τους.