Απώλεια..

Όλοι μας σε μια κάποια στιγμή στην ζωή μας ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια απώλεια. Απώλεια μπορεί να σημαίνει ο θάνατος ενός αγαπημένου μας, μια σοβαρή ασθένεια, η απώλεια μιας λειτουργίας του σώματος μας, ένα διαζύγιο, μια απογοήτευση από μια φιλία  ακόμα και η απόλυση από την εργασία μας. Η απώλεια μπορεί να προκληθεί από τραυματικά γεγονότα τα οποία επηρεάζουν τις συνθήκες της ζωής μας και μέσα από αυτές καλούμαστε να ανά στοχαστούμε το πως αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. 

Ως άνθρωποι έχουμε την ανάγκη να αποδώσουμε πολλά και διαφορετικά νοήματα για να εξηγήσουμε τον λόγο της απώλειας μας. Αυτά μπορεί να είναι η αποστέρηση, η αποτυχία, κάτι από το παρελθόν μας ή το παρόν μας, αιτίες που συνδέονται με την προσωπική μας ζωή που πολλές φορές δυσκολευόμαστε να εκφράσουμε. 

Από μικρά παιδιά μέχρι και την προχωρημένη ωρίμανση καλούμαστε να μπούμε σε ένα εξελικτικό στάδιο για να αντιμετωπίσουμε νέες προκλήσεις. Μία από αυτές είναι και ο θρήνος. Ο πόνος του θρήνου που συνοδεύει  την απώλεια μας, για όσα ήταν σημαντικά για εμάς και αγαπήσαμε, αποτελεί μια φυσική εμπειρία της ανθρώπινης ζωής, η οποία μας δημιουργήσει ανασφάλεια και μπέρδεμα για το πως προχωρούμε μετά την απώλεια μέσα στις σχέσεις μας.

Ο θρήνος μπορεί να επιδεινωθεί αν παραμεληθεί από τα μέλη της οικογένειας, από τους φίλους, το εργασιακό περιβάλλον ή τα μέλη της κοινότητας αν δεν είναι επιτρεπτός να βιωθεί.

Στο θρήνο μας συμμετέχουμε ενεργά, δεν τον υπομένουμε παθητικά αφήνοντας τον χρόνο να επουλώσει τις πληγές μας αλλά τον εντάσσουμε στην καθημερινότητα μας, αποδίδοντας νόημα σε αυτά που βιώνουμε. Δεν είναι κάτι που πρέπει να ξεπεράσουμε σε ένα χρονικό διάστημα αλλά μια διεργασία που θα μας βοηθήσει να αναθεωρήσουμε αξίες, στόχους, προτεραιότητες και σιγά σιγά να τον εντάξουμε στις σχέσεις μας μετά την απώλεια. 

Μαρία Λεωνίδου

Οικογενειακοί ρόλοι.

Ένας σημαντικός παράγοντας για να λειτουργήσει μια οικογένεια είναι η εκχώρηση ρόλων στα μέλη της. Είναι μια βασική λειτουργία που βοηθά  τα μέλη της να λειτουργούν σε ένα υγειές περιβάλλον. Η κατανομή ρόλων βοηθά  στην ανάληψη υπευθυνότητας αλλά και στις επιμέρους λειτουργίες της οικογένειας. Η οικογένεια ως ανοικτό σύστημα μπορεί να αντιληφθεί την διαφορετικότητα στους ρόλους, ενώ η οικογένεια ως κλειστό σύστημα δεν επιτρέπει την διαφοροποίηση των ρόλων, αλλά αντίθετα θεωρεί ότι το μέλος της θα πρέπει να φέρει τον ρόλο που του ανατέθηκε για πάντα.

Ο ρόλος μπορεί να είναι ηγετικός και άλλοτε ρόλος ενός απλού μέλους, μπορεί να είναι ο ρόλος του δυνατού ή του αδύνατου, του ικανού ή του ανίκανου, ο ρόλος αυτού που θα αναλάβει όλο το βάρος των συγκρούσεων, ή ο ρόλος αυτού του ανώριμου, μικρού και αναίσθητου.

Σε δυσλειτουργικές σχέσεις το παιδί μπορεί να πάρει τον ρόλο του συντρόφου, του υπέρ γονιού ή του αδικημένου. Το παιδί τότε εγκλωβίζεται και δυσκολεύεται να διαφοροποιηθεί και να αναπτυχθεί. Η ανάθεση των ρόλων γίνεται μέσω της σύγκρισης  και της υποτίμησης των μελών της οικογένειας με ένα μη συνειδητό  τρόπο βάζοντας ταμπέλες στα παιδιά της οικογένειας. 

Παιδιά που έχουν ενσωματώσει τις αγωνίες της οικογένειας τους χαρακτηρίζονται ως φοβικά, παιδιά που δεν επιτρεπόταν να εκφράσουν τις επιθυμίες τους για να μην στεναχωρηθούν οι γονείς τους χαρακτηρίζονται  δειλά, παιδιά που αφομοιώνουν όλες τις εντάσεις τις οικογένειας ως διαταραχτικά. Αν ένα παιδί ταυτιστεί με τον ρόλο του ταυτίζεται μόνο με κάποιες πλευρές του ενώ οι υπόλοιπες μένουν απαγορευμένες. Αν δεν αναγνωρίσει τον ρόλο του τότε θα συνεχίσει να τον αναπαράγει και έξω από τα πλαίσια της οικογένειας του.

Μέσω της ψυχοθεραπείας ο ρόλος γίνεται κατανοητός μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο και δημιουργούνται νέες αναπλαισιώσεις για απελευθέρωση από τον ρόλο αλλά και την κατανόηση της διαφορετικότητας.

Μαρία Λεωνίδου

Τι νόημα έχουν όλα αυτά;

Τους αναγνωρίζουμε πολύ συχνά . Άνθρωποι που θεωρούν ότι η ευτυχία είναι για τους άλλους, άνθρωποι που δεν βρίσκουν καμιά θετική αξία στην επαφή τους με τους άλλους ανθρώπους. Άνθρωποι που ενώ οι άλλοι διασκεδάζουν αυτοί είναι αποσυρμένοι σε μια γωνιά  χωρίς να μπορούν να επικοινωνήσουν.

Ως παιδιά οι σχέσεις με τα άλλα παιδιά ήταν σχεδόν ανύπαρκτες, περνούσαν απαρατήρητοι, ήταν πάντα τα καλά παιδιά που δεν δημιουργούσαν μπελάδες. Ως μικρά παιδιά προσπάθησαν να ρωτήσουν, να μάθουν, να εξερευνήσουν, μόνο για να πάρουν στερεότυπες  ή ακατανόητες απαντήσεις  για την ηλικία τους οι οποίες μεγάλωναν την σύγχυση τους. Κατέληξαν λοιπόν να μην ρωτούν, να μην εξερευνούν, και να μην μπορούν να απολαύσουν την συναρπαστικότητα του εξωτερικού κόσμου. 

Ως ενήλικες ο περίγυρος φαντάζει ανιαρός, άνοστος χωρίς κανένα ενδιαφέρον. Ως ενήλικες σταματούν να αναζητούν την αλήθεια, τους λείπουν οι πρώτες καταγραφές ενδιαφέροντος και οι εντυπωσιακές οπτικές της καθημερινότητας. Στα αυτιά τους ακούγεται ένα σύστημα αξιών που τους λέει: “να παρουσιάζεις ενδιαφέρον στους άλλους, να μην είσαι πληκτικός, να είσαι δημιουργικός, και παραγωγικός”

Πως όμως να το καταφέρουν αυτό αν μεγάλωσαν με ανέκφραστοuς και ανιαρούς  γονείς που δεν είχαν την δική τους γνώμη; Πως να το καταφέρουν αυτό αν η πραγματικότητα τους είναι περιορισμένη από τα παιδικά τους χρόνια;

Αν τελικά νιώσουν την ανάγκη για θεραπεία επειδή έχουν μια ακαθόριστη κατάθλιψη η σύνηθης ερώτηση είναι:

Τι νόημα έχουν όλα αυτά;

Μαρία Λεωνίδου

Το άλλο παιδί πως τα πήγε;

Γνώριμη είναι η σκηνή που ως μικρά παιδιά τρέξαμε στους γονείς μας για διηγηθούμε κάποια επιτεύγματα και αντί να μας επιβραβεύσουν έπρεπε να απαντήσουμε στις ερωτήσεις τους, στο πως πήγαν τα άλλα παιδιά. Νιώσαμε ότι χάθηκε η χαρά μας και αναγνωρίσαμε ότι η χαρά της επιτυχία μας θα έπρεπε να εξαρτάται από την επίδοση κάποιου άλλου. 

Οι γονείς πολλές φορές καλοπροαίρετα κάνουν συγκρίσεις μεταξύ αδελφών, ξαδέλφων  και γνωστών χωρίς να καταλαβαίνουν ότι πληγώνουν τα παιδιά τους και ότι η σύγκριση είναι ισόβια με το άγχος. Η σύγκριση μπορεί να ωθήσει το παιδί σε πολλές διακρίσεις αλλά  μπορεί επίσης να σπρώξει το παιδί σε ένα ανελέητο ανταγωνισμό για να νιώθει πάντα πρώτο σε όλα. 

Το παιδί μεγαλώνοντας μετρά την επίδοση του με γνώμονα την σύγκριση με τους άλλους και μένει μόνιμα στραμμένος με το τι κάνουν οι άλλοι. Εθίζεται στον ανταγωνισμό που προσφέρει προσωρινά ευχαρίστηση, το αίσθημα όμως της αδικίας είναι παρόν σε όλες τις φάσεις της ζωής του. Από την βαθμολογία στο σχολείο, από την κατάταξη στο πανεπιστήμιο, από την ανεύρεση μιας υψηλής επαγγελματικής θέσης ακόμα και την επιλογή του συντρόφου.

Οποιαδήποτε αρνητική σύγκριση  την βιώνει ως κρίση του δικού του εαυτού. Μια αρνητική κρίση το καταρρακώνει αφού υποχρεωτικά πρέπει να την αντέξει για να μην νιώσει αδικημένο. Νιώθει τέτοια εσωτερική πίεση που το καταβάλλει. 

Πολλοί γονείς φορτώνουν τα παιδιά τους με φροντιστήρια για να πετύχουν. Δεν τους πιέζουν μόνο για τα μαθήματα αλλά και με άλλες δραστηριότητες.  Νιώθουν ανασφάλεια να εκφράσουν τα θετικά τους σχολεία προς τα παιδιά τους από φόβο μήπως και αυτά χαλαρώσουν και σταματήσουν την προσπάθεια. Ξεχνούν όμως πόσο σημαντική είναι η συμβολή τους στην αναζήτησή αυθεντικών στιγμών, στην αναζήτησή  δημιουργικών δραστηριοτήτων που θα μπορούσαν να κάνουν  μαζί με τα παιδιά τους και θα βοηθήσει στην ανάπτυξη μιας αξιοκρατικής κρίσης.  Ξεχνούν πόσο σημαντική είναι η συμβολή τους στην διαρκή έκφραση των θετικών και τρυφερών συναισθημάτων  και στην δημιουργία  χώρου για να δεχτούν την μοναδική ύπαρξη του παιδιού τους. 

Μαρία Λεωνίδου

Συναισθηματική ισορροπία

Στις σχέσεις  υπάρχει ένα ευαίσθητο σημείο που όταν το νιώσουμε χάνουμε την συναισθηματική μας ισορροπία. Αυτή η ευαισθησία μπορεί να έχει προκληθεί από προηγούμενες στιγμές σε προηγούμενες σχέσεις, όπου η συναισθηματική μας ανάγκη έχει παραμεληθεί, ή από τραυματικές σχέσεις με ανθρώπους που είχαν μεγάλη σημασία για εμάς, όπως γονείς, φίλοι και πρώην συντρόφους.

Ως άνθρωποι μπορεί να έχουμε πολλά ευαίσθητα σημεία υπάρχει όμως πάντα ένα που μας βάζει σε ένα φαύλο κύκλο συζήτησης με τον σύντροφο μας χωρίς να καταλήγουμε πουθενά. Αυτό το ευαίσθητο σημείο εμφανίζεται συνήθως σε μεταβατικές περιόδους της σχέσης, όπως είναι η αυτονόμηση από το σπίτι, η απόκτηση ενός μωρού, η εμφάνιση μιας σοβαρής αρρώστιας, η απώλεια εργασίας. Σε τέτοιες περιόδους έχουμε ιδιαίτερη ανάγκη από την στήριξη του συντρόφου μας. Αν αυτό δεν μπορεί να μας το προσφέρει ο σύντροφος μας ή για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα υπάρχει συνεχής αδιαφορία τότε διαισθανόμαστε μια αφόρητη αίσθηση ψυχικού πόνου.  

Όταν καταπιέζουμε τα συναισθήματα μας, μεγαλώνει η αβεβαιότητα μας για τα συναισθήματα του άλλου , αρχίζουμε να μαλώνουμε για το κάθε τι, και νιώθουμε όλο  πιο μόνοι και χαμένοι. Το σώμα μας αρχίζει να αντιδρά είτε με στομαχόπονους ή πόνους στο κεφάλι και αρχίζουμε να σκεφτόμαστε, κάπως αργά, πως να επεξεργαστούμε τα συναισθήματα μας.

Ένα πρώτο βήμα θα ήταν να αναγνωρίσουμε τα δικά μας ευαίσθητα σημεία και να βοηθήσουμε τον σύντροφο μας να αναγνωρίσει τα δικά του. Μόνο όταν καταλάβουμε τι υπάρχει πίσω από τον έντονο τόνο συναισθηματικής συζήτησης ή γιατί ο σύντροφος μας είναι απόμακρος, πληγωμένος θα μπορέσουμε πιο εύκολα  να προχωρήσουμε και να επουλώσουμε τον πόνο μας. 

Οι άνθρωποι που έχουν μεγαλώσει σε ένα ασφαλές συναισθηματικό περιβάλλον, έχουν λιγότερα ευαίσθητα σημεία σε αντίθεση  με άλλους  ανθρώπους που έχουν παραμεληθεί ή τραυματιστεί συναισθηματικά και δυσκολεύονται να εμπιστευτούν τον σύντροφο τους. Γνωρίζουμε όμως ότι το παρελθόν δεν μας καθορίζει ούτε είμαστε δέσμιοι του. Με γνώμονα την αγάπη μπορούμε να θεραπεύσουμε ακόμη και τα πιο δύσκολα ευαίσθητα σημεία που μας ταλαιπωρούν.

Μαρία Λεωνίδου

Γονιός ή διαιτητής;

Δεν είναι λίγες οι φορές που οι γονείς, ενώ η αρχική αντίδραση τους είναι αρνητική, βλέποντας τα παιδιά τους να τσακώνονται μεταξύ τους, με κλάμματα και γκρίνιες, υποχωρούν αγανακτισμένοι μπροστά στις απαιτήσεις τους και δίνουν αυτό που αρχικά έχουν αρνηθεί. Κάθε φορά όμως που υποχωρούν στην γκρίνια ενός παιδιού ταυτόχρονα πυροδοτείται και η αντίδραση του άλλου παιδιού για να διεκδικήσει τον τίτλο του αδικημένου που θέλει  να αποκτήσει τα ίδια προνόμια που πήρε ο αδελφός του.

Αυτό συμβαίνει ήδη από μικρή ηλικία, όταν τα αδέλφια πολύ φυσιολογικά αρχίζουν να τσακώνονται μεταξύ τους και οι γονείς λόγω της ανησυχίας τους αναλαμβάνουν ρόλο διαιτητή. Σε τέτοιες περιπτώσεις, συνήθως οι γονείς δεν απευθύνονται και στα δύο αδέλφια αλλά στο μεγαλύτερο με το επιχείρημα ότι λόγω της ηλικίας του θα πρέπει να σταματήσει την διαμάχη.

Η παρέμβαση αυτή των γονιών οδηγεί τα παιδιά στο να υπερασπίσουν τον εαυτό τους και να σταθούν ο ένας απέναντι στον άλλο αποδεικνύοντας στον διαιτητή-γονιό το δίκαιο τους. Αρχίζουν λοιπόν οι γονείς να κρίνουν τα παιδιά τους για την συμπεριφορά τους,  και αναζητούν σε άλλους τα αίτια της συμπεριφοράς των παιδιών τους, όπως στο σχολείο, στις παρέες, στο περιβάλλον, και το διαδίκτυο. Απογοητεύονται ως γονείς από την συμπεριφορά των παιδιών τους με αποτέλεσμα η οποιαδήποτε προσπάθεια τους να διαλυθεί η διαμάχη, καταλήγει στην ενοχοποίηση των παιδιών.

Έχουμε επομένως το φαινόμενο όπου ο φόβος και η αγωνία των γονιών εμποδίζουν τα παιδιά να αναζητήσουν από μόνα τους προσωπικά κίνητρα για να αλλάξουν μια κατάσταση βάση των δικών τους επιθυμιών.Με αυτό τον τρόπο χάνεται η ευκαιρία για τα ίδια τα παιδιά να βρουν τους δικούς τους τρόπους να επικοινωνήσουν και να διαπραγματευτούν με τον δικό τους παιδικό τρόπο, τις οποιεσδήποτε διαμάχες με πολύ λιγότερες διενέξεις. 

Η ανοχή δεν βοηθά καθόλου αφού ρίχνει το άδικο πάντα στον άλλο, δημιουργεί θύτες και βάζει στο περιθώριο συναισθήματα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αναζήτησή του προβλήματος αλλά και την εύρεση λύσεων. Τότε είναι που οι γονείς μετατρέπονται σε ανθρώπους με υπομονή, που αναλαμβάνουν τις δικές τους προσωπικές ευθύνες, αρπάζοντας τέτοιες ευκαιρίες για να γαλουχήσουν τα παιδιά τους σε αυτές τις δύσκολες στιγμές της ζωής τους ως εμπειρίες του ανθρώπινου βιώματος. 

Μαρία Λεωνίδου

Ανορεξία και Οικογένεια.

Η νευρική ανορεξία ορίζεται ως  διαταραχή, η οποία επηρεάζει συνήθως τα νεαρά κορίτσια  και νεαρές γυναίκες . Είναι κυρίως διαδεδομένη  τα τελευταία χρόνια και εμφανίζεται πιο συχνά  στις Δυτικές Κοινωνίες, στον αναπτυγμένο κόσμο. Το άτομο αρνείται να διατηρήσει το βάρος του στο επίπεδο του φυσιολογικού βάρους για την ηλικία και το ύψος του και υπάρχει έντονος φόβος παχυσαρκίας, που δεν ελαττώνεται με την μείωση του βάρους.

Η οικογένεια αποτελεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο μαθαίνουμε, αποκτούμε εμπειρίες και κάνουμε τις  πρώτες προσπάθειες  για εξατομίκευση, διαφοροποίηση και απόκτηση ταυτότητας. Μέσα  στο οικογενειακό σύστημα  αλληλεπιδρούμε με επικοινωνιακά μοντέλα, κατασκευάζουμε τις ατομικές και οικογενειακές μας ιστορίες, υιοθετούμε έννοιες και αξίες, οι οποίες επηρεάζουν το παρόν μας και επιδρούν στο μέλλον μας.

Στην ανορεξία θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη παράγοντες  όπως το γεγονός ότι το άτομο διανύει μια φάση ψυχικών,  κοινωνικών και σωματικών  αλλαγών, όπως πχ η εφηβεία αλλά και το γεγονός ότι οι οικογένειες αυτών των ατόμων, τείνουν να επαναλαμβάνουν σχήματα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.  Η θεραπεία με την οικογένεια προτείνει μια κυκλική συσχέτιση αυτών των παραγόντων με σκοπό να εισηγηθεί ένα πλάνο παρέμβασης.

Στις οικογένειες με ανορεκτικά άτομα υπάρχουν κάποιες σημαντικές ιδιαιτερότητες και μεταβλητές οι οποίες αν και δεν είναι αποκλειστικές, πιθανόν να σχετίζονται με το σύμπτωμα της ανορεξίας. Αρχικά τα όρια  μεταξύ των ατόμων και των υπο-συστημάτων μέσα στην οικογένεια είναι συγκεχυμένα. Ο ένας μπαίνει στο φυσικό και ψυχοσυναισθηματικό χώρο του άλλου εμποδίζοντας την αυτονομία και την ιδιωτική του ζωή. Τα σχεδόν   ανύπαρκτα όρια, δυσκολεύουν την εξατομίκευση και διαφοροποίηση  του ατόμου, με αποτέλεσμα  τα άτομα αυτά να καταφεύγουν στην άρνηση λήψης τροφής για να κερδίσουν τον έλεγχο.

Η αποφυγή συγκρούσεων είναι επίσης ένα άλλο χαρακτηριστικό των οικογενειών αυτών. Αυτό δεν σημαίνει  ότι δεν υπάρχουν συγκρούσεις στην οικογένεια , αλλά τα μέλη δυσκολεύονται να ορίσουν ένα σαφή και ώριμο διαχωρισμό των σχέσεων τους, αφού αυτό θα διευκόλυνε τις διαδικασίες διαφοροποίησης. Έτσι λοιπόν όταν το άτομο αρνείται να λάβει τροφή λειτουργεί καταλυτικά για να μην βγει στην επιφάνεια ένα άλλο πρόβλημα στην οικογένεια.

Το ανορεκτικό μέλος μπαίνει σε μια επώδυνη διαδικασία σε  μια προσπάθεια  να διαφοροποιηθεί από την υπόλοιπη οικογένεια αλλά ταυτόχρονα προσαρμόζεται σε ένα σύστημα που λογοκρίνει και απαγορεύει κάθε μορφή σύγκρουσης. Έτσι λοιπόν απομονώνεται δια μέσου του προβλήματος της πρόσληψης τροφής σε ένα ασφαλές μέρος όπου νιώθει ασφάλεια, σε ένα χώρο παιδικό και προστατευμένο.

Μαρία Λεωνίδου

Συναίσθημα και Σωματικότητα.

Τα συναισθήματα,  μας προδιαθέτουν να δράσουμε και να προσανατολιστούμε σε διαφορετικά είδη συμπεριφοράς και δράσεων. Καθορίζουν τις δυναμικές διατάξεις στο σώμα μας και μας παροτρύνουν σε πράξεις με μια βιολογική δυναμική, πχ συναισθήματα φόβου ή θυμού οδηγούν σε δομικές διατάξεις μέσα στο σώμα μας που μπορεί να μας οδηγήσουν σε συμπεριφορές φυγής ή αντιπαράθεσης.

Πως όμως έχουμε συναισθήματα; Τα συναισθήματα μας δημιουργούνται με επαναληπτικές διαδράσεις μέσα στο περιβάλλον το οποίο ζούμε που τείνουν να επαναλαμβάνονται. Οφείλονται στην ιστορία που έχουμε μοιραστεί με άλλους ανθρώπους, αφού ο τρόπος ζωής μας κτίζεται από τις επαναλαμβανόμενες αντιδράσεις μας μαζί τους.

Συζητώντας για τα συναισθήματα μας προκαλούνται στο σώμα μας δομικές αλλαγές, όπως πχ αλλαγή στην πίεση αίματος και αλλαγή στο τρόπο που μιλούμε. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο εκφράζουμε τα συναισθήματα μας, καθορίζει τις διάφορες σωματικές αντιδράσεις. Αν βρισκόμαστε σε ένα πλαίσιο κυριαρχίας και υποταγής οι συναισθηματικές μας αλλαγές διαφέρουν από ένα πλαίσιο στο οποίο συζητούμε για επιθυμίες και ανάγκες. Οι διαφορές αυτές συντείνουν στην διαφορά της σωματικοποίησης  των συναισθημάτων αυτών. 

H σωματικότητα μας λοιπόν, διαμορφώνεται μέσω αλληλεπιδράσεων με αγαπημένα πρόσωπα και με μια δυναμική που αναπαράγεται με ένα ιδιαίτερο τρόπο ζωής σε σχέση με το σώμα και το περιβάλλον. Ο άνθρωπος ως σύστημα αναζητά το συναίσθημα της αγάπης μέσα από επαναλαμβανόμενες διαδράσεις και αμοιβαίας αποδοχής. Το συναίσθημα της αγάπης καθορίζει τις δράσεις μας για να μπορέσουμε να συνυπάρξουμε μαζί με τον άλλο, να μας αναγνωρίσει ως ίδιο παρά ως διαφορετικό με αυτόν. Σύμφωνα με τον Maturana “ Αγάπη είναι το πεδίο εκείνων των συμπεριφορών στο οποίο ο άλλος αναδύεται ως νόμιμος στην συνύπαρξη” 

Όταν στερούμαστε την αγάπη αρρωσταίνουμε…

Μαρία Λεωνίδου.

Το ζευγάρι ως σύστημα.

Μια συντροφική κρίση θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί σαν μια πρόκληση για εξέλιξη, για τους ίδιους τους συντρόφους.

Στην συστημική οπτική το ζευγάρι θεωρείται ως ένα ζωντανό σύστημα, το οποίο ξεχωρίζει ως ολότητα από το περιβάλλον του, με την δομή του και την οργάνωση του.  Για να διατηρηθεί το σύστημα του ζευγαριού ζωντανό, θα πρέπει να έχει την ικανότητα να αλλάζει την δομή του, ταυτόχρονα όμως να διατηρεί την οργάνωση του.

Τι είναι όμως δομή και οργάνωση ενός ζευγαριού; Δομή, είναι το σύνολο των συγκεκριμένων στοιχείων του ζευγαριού και όλες οι σχέσεις μεταξύ τους μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Οργάνωση, είναι το ειδικό σχήμα σχέσεων που δημιουργεί την ταυτότητα του ζευγαριού ως ζωντανή ενότητα ακόμη και όταν τα συγκεκριμένα στοιχεία του ζευγαριού αλλάζουν με τον χρόνο. Έτσι λοιπόν το ζευγάρι μπορεί να αλλάξει τους κανόνες επικοινωνίας του, και ταυτόχρονα να διατηρείται η ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των συντρόφων.

Το ζευγάρι αποτελείται από δυο ατομικά συστήματα των συντρόφων, όπου το συναισθηματικό δέσιμο των συντρόφων πέρνει καθοριστικό ρόλο για την ύπαρξη του συστήματος. Η σχέση διέπεται από κανόνες που δεν είναι φυσικά προβλέψιμοι καθώς και από  γεγονότα στο περιβάλλον του συστήματος του ζευγαριού. Αυτοί οι κανόνες και γεγονότα, έρχονται να διαταράξουν το ζευγάρι, το οποίο θα πρέπει να εξισορροπήσει  σύμφωνα με την δική του δομή.

Ένα ζευγάρι λοιπόν βρίσκεται σε κρίση όταν μια εσωτερική ανάγκη ή ένα εξωτερικό γεγονός διαταράσσει το σύστημα του. Το ίδιο το ζευγάρι κατασκευάζει την πραγματικότητα του σύμφωνα με τις εμπειρίες του κάθε συντρόφου, τις κοινωνικές συνθήκες και το συγκεκριμένο πλαίσιο το οποίο ζει. Η συμπεριφορά του κάθε συντρόφου μπορεί να εξηγηθεί στη βάση πολλών παραγόντων.

Η συνάντηση του ζευγαριού με τον θεραπευτή αποτελεί την δημιουργία ενός νέου συστήματος, όπου μαζί θα κατασκευάσουν μία νέα πραγματικότητα. Μέσα από το “ερέθισμα” το ζευγάρι θα βοηθηθεί να αλλάξει την δομή του και να εξισορροπήσει μετά από την κρίση που δημιούργησε η εσωτερική ανάγκη ή το εξωτερικό γεγονός.

Μέλημα του θεραπευτή δεν  είναι η επεξεργασία της προσωπικής ιστορίας του κάθε συντρόφου αλλά κυρίως οι κανόνες επικοινωνίας και συναλλαγής μεταξύ τους.Ο θεραπευτής πέρνει το μέρος και των δύο συντρόφων, κρατά δηλαδή μία ουδετερότητα απέναντι τους και μέσω των πολλών ερωτήσεων προτείνει στο ζευγάρι να δοκιμάσει διαφορετικές συμπεριφορές. Στόχος της θεραπείας είναι να επανέλθει η ισορροπία του συστήματος του ζευγαριού και των κανόνων από την μια και από την άλλη η ισορροπία των επιμέρους συστημάτων των συντρόφων και κανόνων.

Μαρία.

Σχολικός εκφοβισμός.

Ο σχολικός εκφοβισμός (mobbing) είναι η κατευθυνόμενη, συχνή και διαρκή τέλεση αρνητικών πράξεων σε βάρος μεμονωμένου προσώπου ή προσώπων. Αυτή η συμπεριφορά συνοδεύεται από την  διαφοράς εξουσίας μεταξύ του δράστη και του θύματος που αναπτύσσεται μαζί με τον χρόνο. Ο σχολικός εκφοβισμός συνήθως ξεκινά από ομάδες οι οποίες έχουν κυρίαρχα μέλη τα οποία καθορίζουν και παρακινούν τον δράστη. 

Το παιδί που υφίσταται αυτή την συμπεριφορά βρίσκεται όλο και περισσότερο σε υποδεέστερη θέση και γίνεται όλο και πιο δύσκολο να αμυνθεί γιατί η διαφορά εξουσίας με τον δράστη μεγαλώνει. Έτσι λοιπόν το παιδί απομονώνεται με αποτέλεσμα να αυξάνεται η διαφορά εξουσίας ανάμεσα στο δράστη και το θύμα. Με την απομόνωση όμως του θύματος ο δράστης μαθαίνει ότι μπορεί να επιβάλλεται και δημιουργείται μια ευχάριστη για εκείνον συνθήκη όπου περνάει το δικό του. Το θύμα μπορεί να έχει νοητές δυνατότητες άμυνας, τις οποίες όμως δεν αξιοποιεί. Συνήθως το κάνει ανεπαρκώς, μη βλέποντας τον τρόπο να τερματίσει αυτό που συμβαίνει. Ξεκινά λοιπόν ένας φαύλος κύκλος διαταραγμένης επικοινωνίας.

Τα θύματα έχουν κάποια χαρακτηριστικά  που φαίνεται ότι προάγουν τον σχολικό εκφοβισμό (mobbing). Αυτά μπορεί να είναι η χαμηλή αυτοπεποίθηση, η υπερβολικά αυτοκριτική στάση δηλαδή οτιδήποτε συμβαίνει το παιδί το χρεώνει στον εαυτό του, η φοβισμένη συμπεριφορά, ή υπερπροστατευτική συμπεριφορά . Πολλές φορές τα παιδιά αυτά έχουν κάτι στην εμφάνιση τους που τραβάει την προσοχή, μπορεί να είναι αδέξια, παιδιά που δεν έχουν ψηλή αντοχή στις απογοητεύσεις , δηλαδή βάζουν τα κλάματα και τα χάνουν με το παραμικρό. Στους εφήβους είναι κάποια παιδιά που έχουν μια πρώτη αφύπνιση της ομοφυλοφιλίας ή κάποια αγόρια που δεν έχουν σχέση με ομοφυλοφιλία αλλά έχουν κάποια θηλυπρεπή συμπεριφορά. Επίσης θύματα μπορεί να είναι παιδιά που ανήκουν  σε κάποια εθνική μειονότητα ή παιδιά που έχουν υπερβολικό βάρος. Αυτά από μόνα τους δεν είναι κακά αλλά συνήθως στα περιστατικά του σχολικού εκφοβισμού (mobbing) τα χαρακτηριστικά του θύματος είναι αυτά. Έτσι λοιπόν τα θύματα συμπεριφέρονται με τέτοιο τρόπο που εκτίθενται στου άλλους  και αντιδρούν αβοήθητα και με απόσυρση. Σε αντίθετη περίπτωση πλησιάζουν κάποιους συμμαθητές τους με πολλή εμπιστοσύνη και δέχονται συμπεριφορές απαράδεκτες λόγω υπερβολικής εμπιστοσύνης.

Ο τυπικός δράστης προσπαθεί να κάνει επίδειξη  της δύναμης του και να υπέρ αναπληρώσει κάποιες από τις αδυναμίες του. Η συμπεριφορά του είναι παρορμητική, δηλαδή δρα χωρίς να σκεφτεί. Είναι συνήθως παιδί με πολύ μικρές κοινωνικές δεξιότητες, παιδί με ελάχιστη εν συναίσθηση. Συνήθως είναι ελάχιστα ή καθόλου δημοφιλής στην τάξη αλλά κατα κανόνα πιο δημοφιλής από το θύμα του.  Στους δράστες παρατηρούμε πολύ συχνά ένα οικογενειακό μοτίβο σχέσεων που χαρακτηρίζεται από παραμέληση. Είναι παιδιά παραμελημένα όπου οι γονείς ελάχιστα ασχολούνται μαζί τους χωρίς οικογενειακή ζεστασιά  και συχνά οικογενειακή συνοχή. Είναι επίσης παιδιά που έχουν κάνει εμπειρίες βιοπραγίας, παιδιά που έχουν φάει πολύ ξύλο στο σπίτι, παιδιά που τα τιμωρούν χωρίς συνέπεια, δηλαδή άλλες φορές τιμωρούνται άλλες φορές δεν τιμωρούνται για το ίδιο πράγμα, και είναι παιδιά που υφίστανται τα ίδια εκφοβισμό από αδέλφια ή ακόμα και από τον πατέρα τους ενώ η μητέρα δείχνει ανοχή.

Οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να εξασκηθούν και να εκπαιδευτούν στην αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού. Έχει παρατηρηθεί ότι καμμιά φορά υιοθετούν, ίσως από αμηχανία κάποιες συμπεριφορές που δεν έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα στην αντιμετώπιση του. Η πιο συχνή είναι να κάνουν τα στραβά μάτια και η άλλη να δρουν παρορμητικά με φωνές και απειλητικές τιμωρίες. Αυτές όμως οι αντιδράσεις έχουν σαν αποτέλεσμα την ακόμη μεγαλύτερη απομώνοση του θύματος ή ακόμη και την τιμωρία του. Το να κάνουν τα στραβά μάτια, σημαίνει για τον δράστη ότι μπορεί να συνεχίσει να ταλαιπωρεί το θύμα του χωρίς συνέπειες και να τον πλακώνουν στις φωνές με διάφορες απειλές, σημαίνει για τον δράστη ότι έχει κάθε δικαιολογία να ξεσπάσει στο θύμα του. Έτσι λοιπόν για ακόμη μια φορά τα θύματα ντρέπονται, φοβούνται, σιωπούν και δεν ζητούν βοήθεια.

Όταν τελικά ή γρήγορα ο σχολικός εκφοβισμός αποκαλύπτεται χωρίς δραστικά μέρα, τότε το θύμα και οι γονείς αντιμετωπίζουν το δίλημμα αν το παιδί τους πρέπει να αλλάξει σχολείο- αυτό μπορεί να είναι και ο κανόνας. Αν τώρα το σχολείο αποφασίσει να αναγκάσει  τον δράστη να αλλάξει σχολείο τότε ο εκφοβισμός μπορεί να συνεχιστεί έξω από το σχολείο, να ασκεί πίεση στο θύμα ή να αφήσει εντολές στην ομάδα να συνεχίσουν. 

Μαρία Λ.