Μεταμόρφωση της οικογένειας.

Από τις αρχές του 21ου αιώνα η παραδοσιακή μορφή της οικογένειας έχει μεταμορφωθεί σε μεγάλο βαθμό. Θα ήταν λοιπόν  ωφέλιμο να επαναπροσδιορίσουμε τους όρους που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε τις νέες  μορφές συμβίωσης. Η ευρεία οικογένεια έχει ήδη αλλάξει μορφή.

Στις αρχές του αιώνα ο γάμος ήταν άρρηκτα συνδεμένος με την αναπαραγωγή και ο μόνος λόγος διάλυσης του ήταν ο θάνατος. Από την δεκαετία του 1960 οι προγαμιαίες σχέσεις ήδη είχαν γίνει αποδεκτές ως ένας τρόπος εξασφάλισης ασφαλούς σεξουαλικής δραστηριότητας και οτιδήποτε απαγορεύσεις έχουν εξαλειφθεί. Βλέπουμε λοιπόν μία αποσύνδεση του θεσμού του γάμου  από την απόκτηση απογόνων. Οι νέοι πλέον διαχωρίζουν τον θεσμό του γάμου και την απόκτηση απογόνων και υποστηρίζουν ότι μια ουσιαστική σχέση συντροφικότητας  δεν μπορεί να μπει σε «ταμπέλες». Για τα νέα ζευγάρια που συζούν μαζί και τεκνοποιούν, ο παραδοσιακός θεσμός του αρραβώνα δεν έχει κανένα νόημα, αφού η περίοδος συγκατοίκησης θεωρείται περίοδος δοκιμασίας της σχέσης.

Η σχέση του ζευγαριού περνά από μεγάλες ανακατατάξεις. Ως αποτέλεσμα τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες νιώθουν αμφιθυμία για την δέσμευση μεταξύ τους και την δημιουργία οικογένειας. Παρ’ όλα αυτά όμως, βλέπουμε ότι όλο και περισσότεροι άντρες διεκδικούν πιο μεγάλη συμμετοχή στο μεγάλωμα των παιδιών τους και αναλαμβάνουν ένα πιο ενεργό ρόλο.

Η ορολογία για την περιγραφή της σχέσης έχει  αλλάξει. Όλο και περισσότερο χρησιμοποιείται ο όρος σύντροφος αντί σύζυγος. Ενώ η συζυγία παραπέμπει σε δύο ανθρώπους που κινούνται μαζί χωρίς απόκλιση και διαφοροποίηση, ο όρος σύντροφος παραπέμπει σε   ελευθερία κινήσεων, αυτονομία και ίσως επιλεγμένη απόσταση.

Η μεταμόρφωση της οικογένειας ζητά νέους όρους για να περιγράψει τις νέες μορφές που έχει πάρει τα τελευταία χρόνια. Το σίγουρο είναι ότι οι αρνητικοί όροι που χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν τις νέες αυτές μορφές, μάλλον αποπροσανατολίζουν και δημιουργούν αρνητικές εντυπώσεις στην κοινωνία παρά να βοηθούν στην δημιουργία νέας ταυτότητας του οικογενειακού σχήματος.

Μυστικά…

Σύμφωνα με τον Serge Tisseron ένα μυστικό έχει πάντα την πηγή του σε ένα ισχυρό τραυματικό γεγονός που αφορά μεγάλα ζητήματα στην ζωή του ανθρώπου όπως τις συνθήκες γέννησης του, τις συνθήκες ανατροφής του την καταγωγή του και ίσως συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού. Υπάρχουν τα ιδιωτικά μυστικά, τα συλλογικά μυστικά που αφορούν μια ομάδα ή κοινότητα και σχετίζονται με μαζικές καταστροφές, βομβαρδισμούς, σεισμούς, κτλ.

Λέει λοιπόν ο Tisseron ότι πίσω από κάθε μυστικό βρίσκεται ένα τραύμα, μια  βαθιά αγιάτρευτη πληγή που «πυορροεί». Το τραύμα ήταν τόσο μεγάλο που το άτομο που το βίωσε δεν το επεξεργάστηκε και στην υπόλοιπη του ζωή το διαχωρίζει από όλες τις υπόλοιπες ψυχικές του λειτουργίες. Έτσι μένει ζωντανό στην μνήμη του καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του.

Όσο το μυστικό κρύβεται περνά ψυχικά στη ζωή των παιδιών, που σκέφτονται ότι οι γονείς τους κάτι τους κρύβουν κάτι σοβαρό και προσπαθούν συνέχεια να μαντέψουν τί είναι. Τα παιδιά προσπαθούν να κατανοήσουν τις  ακατανόητες συμπεριφορές των γονιών τους  και πλάθουν ιστορίες για να εξηγήσουν αυτές τις ακατανόητες συμπεριφορές. Το παιδί αυτού του γονέα προσπαθεί να αναπλάσει με όποιον τρόπο μπορεί εικόνες για αυτά που ο γονέας του δεν του έχει πει, για αυτά που δεν του έχει μιλήσει. Προσπαθεί να δώσει νόημα σε αυτά που βιώνει. Μπορεί να εκδηλώσει  σωματικά συμπτώματα , άγχη, φοβίες , μαθησιακές δυσκολίες , ή να κάνει πως δεν καταλαβαίνει.

Όσοι έζησαν το μυστικό δεν μιλούν για αυτό ή δεν μπορούν να μιλήσουν για αυτό. Στην επόμενη γενιά τα γεγονότα γίνονται «ακατανόμαστα» αφού το περιεχόμενο τους δεν είναι γνωστό. Το παιδί όταν ενηλικιωθεί βιώνει αισθήσεις, συναισθήματα ή εικόνες που δεν μπορεί να εξηγήσει. Το μυστικό όταν είναι βίαιο ή τραυματικό και το περιβάλλον δεν μπορεί να στηρίξει το παιδί για την αφομοίωση του τότε το τραύμα δεν μπορεί να αφομοιωθεί πλήρως.

Τα οικογενειακά μυστικά λέει o Tisseron έχουν δύο πύλες. Η μια οδηγεί στο τραύμα δηλαδή στον εσωτερικό ψυχικό κόσμο του ατόμου και η άλλη στον τρόπο που η κοινωνία  χειρίζεται τις καταστροφές  και τα ψέματα που την μαστίζουν. Συνδέονται λοιπόν  όχι μόνο με την προσωπική ιστορία του ατόμου αλλά και με την κοινωνική οργάνωση και την κουλτούρα.

Από το βιβλίο ¨Οικογενειακά μυστικά» Serge Tisseron, εκδόσεις Άγρα.

Μαρία Λεωνίδου, Ψυχοθεραπεύτρια-Οικογενειακή Θεραπεύτρια.

Ρεαλιστικές προσδοκίες.

 Συχνά έχουμε μη ρεαλιστικές προσδοκίες για τα παιδιά για το πώς «πρέπει» να συμπεριφέρονται. Προσδοκίες γύρω από τη συμπεριφορά του παιδιού που δεν βασίζονται στην επιστήμη ή την ψυχολογία της παιδικής ανάπτυξης.

Οι γονείς πιστεύουν ότι αν το παιδί τους δεν πληροί συγκεκριμένα κοινωνικοπολιτισμικά πρότυπα ή προσδοκίες συμπεριφοράς, είναι “προβληματικό”. Ένας από τους  στόχους στην  ψυχοθεραπεία για την σχέση γονέα-παιδιού ή της συμβουλευτικής γονέων είναι η ομαλοποίηση της συμπεριφοράς των παιδιών μέσα σε ένα αναπτυξιακό πλαίσιο.

Η ομαλοποίηση της συμπεριφοράς των παιδιών μπορεί να ακούγεται ως εξής:

-Η αδερφική αντιπαλότητα μεταξύ των παιδιών σας που περιγράφετε είναι φυσιολογική.

-Το να μην μπορεί το παιδί σας να κοιμηθεί ακόμη μόνο του είναι πολύ συνηθισμένο.

-Η ανάγκη για εγγύτητα που δείχνει το παιδί σας είναι πολύ συνηθισμένη και απολύτως φυσιολογική.

 Αν προσαρμόσουμε τις κοινωνικές προσδοκίες με τις προσδοκίες που έχουμε εμείς για τα παιδιά μας ανάλογα, η σχέση μας με τα παιδιά μας μπορεί να γίνει ευκολότερη ακόμα και όταν η συμπεριφορά τους δεν αλλάζει ή δεν έχει αλλάξει ακόμα.

Φυσικά υπάρχουν φορές που η συμπεριφορά ενός παιδιού μπορεί να αντικατοπτρίζει ένα πρόβλημα, ένα πρόβλημα στο περιβάλλον του, όπως η οικογένεια, το σχολείο, την κοινότητα ή μια ανικανοποίητη ανάγκη, ή κάποιο άλλο θέμα, αλλά συχνά συμβαίνει η συμπεριφορά που θεωρούμε προβληματική, αν και ανεπιθύμητη, είναι στην πραγματικότητα πολύ φυσιολογική.

Μαρία Λεωνίδου, Ψυχοθεραπεύτρια-Οικογενειακή Θεραπεύτρια.

Παίρνει αυτό που θέλει;

Σκεφτήκατε  τι θα συμβεί αν επαναπλαισιώνουμε την ερμηνεία μας για τη συμπεριφορά του παιδιού μας από το “το παιδί μου προσπαθεί να με χειραγωγήσει ώστε να πάρει αυτό που θέλει” σε “το παιδί μου εκφράζει μια ανάγκη”;  θα νιώθατε διαφορετικά; θα άλλαζε η συμπεριφορά σας απέναντι του;

Τα παιδιά εξαρτώνται από τους “μεγάλους”  γύρω τους για να επικοινωνήσουν  και να εκπληρώσουν τις ανάγκες τους. Καθημερινά τα παιδιά επικοινωνούν για τις ανάγκες τους. Τα πολύ μικρά παιδιά επικοινωνούν τις ανάγκες τους με το κλάμα,  και τα μεγαλύτερα με λόγια ή μέσω της συμπεριφοράς τους.

Θεωρούμε ότι το παιδί μας μέσω της συμπεριφοράς του “αναζητά την προσοχή μας”. Σκεφτήκαμε ποτέ ότι συμπεριφέρονται με αυτό τον τρόπο επειδή  “χρειάζονται” την προσοχή μας;

Η αναζήτηση της προσοχής ενός φροντιστή είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση και δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί  χειραγώγηση. Χωρίς αυτήν τα παιδιά αισθάνονται άγχος, αναστάτωση ή ανασφάλεια .

Σε μια υγιή, ασφαλή σχέση μεταξύ γονέα-παιδιού, τα παιδιά αισθάνονται ελεύθερα να εκφράσουν τις ανάγκες τους για τροφή, ύπνο, άνεση, προστασία, παιχνίδι, εξερεύνηση, εγγύτητα και αυτονομία. Ο γονέας ή το πλησιέστερο πρόσωπο αναφοράς, θα ανταποκριθεί με ευαισθησία στα συνθήματα τους, προσπαθώντας να αναγνωρίσει ποια είναι η ανάγκη τους και όταν είναι δυνατόν, θα εκπληρώσει αυτήν την ανάγκη. Αυτό το μοτίβο αλληλεπίδρασης δεν είναι ένα πρότυπο χειραγώγησης, αλλά  ένα πρότυπο ανταπόκρισης στις ανάγκες του παιδιού για μια ασφαλή σχέση γονέα-παιδιού.

Ακόμη και όταν υπάρχουν φορές που ο γονέας  δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του παιδιού του λόγω καθηκόντων ή ευθυνών,  μπορεί να ανταποκριθεί στο σύνθημα του παιδιού του, με το να πει,  “καταλαβαίνω τι θέλεις, ξέρω, χρειάζεσαι λίγο χρόνο. Πρώτα πρέπει να κάνω αυτή τη δουλειά και μετά θα έρθω”. Μπορούμε να σεβαστούμε την ανάγκη ενός παιδιού ακόμα και σε εκείνες τις στιγμές που δεν μπορούμε να την καλύψουμε.

Μαθαίνοντας ότι οι ενήλικες ανταποκρίνονται στην επικοινωνία τους και προσπαθούν να εκπληρώσουν τις ανάγκες τους –τις περισσότερες φορές– τα παιδιά μαθαίνουν: ότι μπορούν να βασιστούν πάνω τους, ότι οι σχέσεις είναι ένας πόλος όπου μπορούν να εκφράσουν αποτελεσματικά τον εαυτό τους και να επικοινωνούν τις ανάγκες τους.

Μαρία Λεωνίδου, Ψυχοθεραπεύτρια-Οικογενειακή Θεραπεύτρια.

Υπό έλεγχο…

Υπάρχει η  πεποίθηση της κοινωνίας ότι οι γονείς πρέπει να είναι σε θέση να ελέγχουν αποτελεσματικά τα παιδιά τους και τη συμπεριφορά τους. Αν αυτό δεν μπορούμε να το καταφέρουμε είναι πιθανό να βιώσουμε ντροπή, αμηχανία, θυμό, απογοήτευση, εξάντληση, άγχος και αισθήματα ανεπάρκειας. Όλοι μπορούμε να θυμηθούμε ένα γεγονός που το παιδί μας άρχισε να τσιρίζει και να κτυπιέται  σε ένα κατάστημα ή σε έναν δημόσιο χώρο. Ανησυχούσαμε για το τι θα σκεφτόντουσαν οι άνθρωποι γύρω μας για εμάς ή το παιδί σας. Ο λόγος είναι διότι πιστεύαμε ότι το παιδί μας δεν πρέπει να συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο δημόσια και ότι εμείς θα έπρεπε  να μπορούσαμε  να το σταματήσουμε.

Έχοντας  την πεποίθηση ότι θα πρέπει να έχουμε τα παιδιά μας κάτω από τον έλεγχο μας κλιμακώνουμε τις προσπάθειές μας να αποκτήσουμε «επιτυχώς» τον έλεγχο του παιδιού μας και της συμπεριφοράς του, μέσω απειλών, εκφοβισμού, εξαναγκασμού, φόβου και τιμωρίας. Επίσης μπορεί να αισθανόμαστε  αβοήθητοι και απελπισμένοι και να αναρωτιόμαστε τι συμβαίνει που δεν καταφέρνουμε να έχουμε το παιδί μας υπό έλεγχο.

Ως γονείς θέλουμε να προστατεύουμε τα παιδιά μας και αυτό καμμιά φορά απαιτεί να «αναλαμβάνουμε» κατά καιρούς—αλλά η προσπάθεια να κρατήσουμε τα παιδιά μας ασφαλή διαφέρει από το να προσπαθούμε να ελέγχουμε τη συμπεριφορά τους για να είναι σύμφωνα με τα κοινωνικά πρότυπα. Υπάρχουν συμπεριφορές των παιδιά που είναι αναπτυξιακά φυσιολογικές αλλά κρίνονται ανεπιθύμητες ή και προβληματικές από το πλαίσιο του παιδιού.

Με άλλα λόγια, αυτό που μια κοινωνία ή κοινότητα θεωρεί ως επιθυμητή παιδική συμπεριφορά συχνά  δημιουργεί το αίσθημα της αποτυχίας τόσο στα παιδιά όσο και στους γονείς τους.

Μαρία Λεωνίδου, Ψυχοθεραπεύτρια-Οικογενειακή Θεραπεύτρια.

Μονογονεϊκή Οικογένεια.

Στο  πέρασμα του χρόνου η γνωστή πυρηνική μορφή οικογένειας, δηλαδή αυτή που αποτελείται από το πατέρα, τη μητέρα και τα  παιδιά έχει διανύσει διάφορες μεταλλαγές οι οποίες έχουν την βάση τους σε κοινωνικές και οικονομικές ανακατατάξεις. Μέσα από αυτές τις αλλαγές η κάθε νέα γενιά νοσταλγεί τις παλιές παραδοσιακές κατασκευές της πυρηνικής οικογένειας, εκφράζει κοινωνικά την αγωνία της για την συνέχιση της πυρηνικής οικογένειας και κατα πόσο αυτός ο θεσμός είναι ικανός να αντέξει στην πάροδο του χρόνου.

Μια νέα μορφή οικογένειας  η οποία αμφισβητείται είναι η μονογονεϊκή οικογένεια. Οι οικογένειες αυτές έχουν χαρακτηριστεί ως “προβληματικές” , “δυσλειτουργικές” και “αποδιοργανωμένες”. Έχουν επίσης στιγματιστεί ως αιτία για την χαμηλή επίδοση των παιδιών στο σχολείο, την παραβατική τους συμπεριφορά και την δυσλειτουργική ανάπτυξη της προσωπικότητας τους.

Μεγάλη είναι η βιβλιογραφία που τονίζει τις διαφορές ανάμεσα στην πυρηνική οικογένεια και την μονογονεϊκή οικογένεια. Συνήθως τονίζεται η έλλειψη του πατέρα η οποία ευθύνεται για τις οποιεσδήποτε δυσκολίες που θα ακολουθήσουν χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λόγοι της απουσίας του πατέρα και η σχέση του παιδιού με τον απόντα πατέρα. Σε πολλές όμως πυρηνικές οικογένειες ο πατέρας μπορεί να είναι παρόν σωματικά αλλά συναισθηματικά να είναι απών. 

Επίσης τονίζεται ότι ο γονέας που μεγαλώνει παιδί του αντίθετου φύλου μπορεί να νιώθει ανεπαρκής και να θεωρεί ότι δεν θα δώσει τα “πρότυπα” του ιδίου φύλου. Ξεχνάμε όμως ότι σε περιπτώσεις βίας και κακοποίησης μερικές φορές η απομάκρυνση του γονέα μπορεί να είναι η λύση και όχι το πρόβλημα. Στηρίζουμε  ότι ο γονέας που μένει με το παιδί είναι πρώτα άνθρωπος με δύναμη και ευαισθησίες και μετά γυναίκα ή άντρας.

Φαίνεται ότι όταν οι μονογονεϊκές οικογένειες δεν υποφέρουν από συνθήκες φτώχειας μπορεί να τα καταφέρνουν εξίσου καλά στις λειτουργίες τους με τις πυρηνικές οικογένειες. Ακόμα όμως και αν οι μονογονεϊκές οικογένειες ζουν σε συνθήκες φτώχειας μπορούν να λειτουργούν σωστά και να αναπτύσσουν διεργασίες με  ξεκάθαρα και σαφή όρια μεταξύ των μελών τους. Πολλές από αυτές τις οικογένειες αξιοποιούν το υποστηρικτικό δίκτυο το οποίο διαθέτουν για να επικοινωνούν, να αλληλεπιδρούν και να διαχειρίζονται τις συγκρούσεις μεταξύ τους.

Κάθε νέα μορφή οικογένειας αντιμετωπίζει διάφορες προκλήσεις, έχει το δικό της δυναμικό και τους δικούς της περιορισμούς. Στόχος μας θα πρέπει να βοηθήσουμε να αναδυθεί αυτό το δυναμικό, να ενισχυθεί  λαμβάνοντας πάντα υπόψη τις διαφορετικές ανάγκες του γονέα και του παιδιού και όχι πως να αναπληρωθεί η απουσία του απόντα γονέα και πιθανόν ελλείψεις λόγω αυτού.

Μαρία Λεωνίδου, Ψυχοθεραπεύτρια-Οικογενειακή Θεραπεύτρια.

Ελπίδα και βελτίωση.

Στην ιστορία μας με την οικογένεια για το σύμπτωμα ενός μέλους της,  ενός παιδιού, επεξεργαζόμαστε την σημασία του συμπτώματος, δηλαδή πως το βιώνουν οι γονείς.  

Ταυτόχρονα εισάγουμε  μια αλλαγή που να μην δημιουργεί ενοχές ή επιθετικότητα στα μέλη της.  

Ένα σύμπτωμα αναπτύσσεται στην πορεία του χρόνου και υπάρχει επειδή εξυπηρετεί μια λειτουργία μέσα στην οικογένεια.  Γύρω από το σύμπτωμα  χτίζεται μια ψυχολογική κατασκευή γύρω από την οικογένεια  στο ποιος φταίει, ποιος δεν φταίει, και γίνεται μέλος της δομής της. 

Οι περισσότερες προσπάθειες επιμένουν στην εξαφάνιση του συμπτώματος παρά στην συμφιλίωση ή την αποδοχή του συμπτώματος. Επικεντρωνόμαστε λοιπόν σε αυτό που δεν κάνει καλά το παιδί, σε αυτό που δεν μπορεί να ανταποκριθεί, και στην διαρκή του αξιολόγηση. 

Μέσα στην οικογένεια το σύμπτωμα βιώνεται ως αμφιθυμία με τα υπέρ και τα κατά και οι αντιδράσεις των μελών επικοινωνούνται μέσα από ένα κλίμα ανυπομονησίας. Βιώνουν ψηλά επίπεδα στρες τα οποία στην συνέχεια αυξάνουν την πιθανότητα μιας οξυμένης εμφάνισης του συμπτώματος.

Η σταθεροποιητική αλλαγή των σχέσεων μέσα στην οικογένεια γίνεται με την πρόθεση να εγκατασταθεί η ελπίδα, και η βελτίωση.  Ποιοτική αλλαγή των στάσεων και απόψεων της οικογένειας ανά μεταξύ τους.

Μαρία Λεωνίδου, Ψυχοθεραπεύτρια-Οικογενειακή Θεραπεύτρια.

Σύμπτωμα και πλαίσιο.

Πολλά είναι τα βιβλία που αναφέρονται σε μια λεπτομερή περιγραφή των συμπτωμάτων όταν δεν νιώθουμε καλά ψυχικά. Όσο πιο λεπτομερής είναι αυτές οι περιγραφές τόσο πιο πολύ εμείς μπαίνουμε στην διαδικασία να βρούμε την αιτία αυτών των συμπτωμάτων και να καταλήξουμε σε μια διάγνωση.

Η συμπεριφορά μας εξαρτάται από το πλαίσιο στο οποίο βρισκόμαστε. Διαφορετικά  συμπεριφερόμαστε στο πλαίσιο της οικογένειας μας και διαφορετικά συμπεριφερόμαστε στο πλαίσιο της εργασίας μας. Αν θέλαμε να περιγράψουμε αυτές τις συμπεριφορές με βάση τα συμπτώματα θα έπρεπε να βγάλουμε μια διάγνωση. Όλοι μας γνωρίζουμε ότι η διάγνωση είναι χρήσιμη για να αποφασίσουμε ποιο φάρμακο θα χορηγήσουμε.

Αν όμως δούμε το σύμπτωμα σαν κάτι που θέλει να μας πει, ένα μήνυμα για τις σχέσεις μας, για τους ανθρώπους που βρίσκονται στο πλαίσιο μας τότε θα ενδιαφερόμασταν περισσότερο να μάθουμε ποιο είναι το μήνυμα που θέλει να μας πει παρά ποια είναι η  διάγνωση. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει πολλές διαγνώσεις (όσο πιο πολλές τόσο πιο άχρηστες είναι ) ή πολλές συμπεριφορές στις οποίες μπορούμε να αποδώσουμε ένα ορισμό.

Οι άνθρωποι έχουν συμπτώματα και κανείς δεν αμφισβητεί ότι υπάρχουν. Πίσω από μια συμπεριφορά υπάρχει μια ιστορία. Αν η συμπεριφορά είναι θέμα πλαισίου τότε το  σύμπτωμα είναι μέρος της ιστορίας και εκφράζει αυτό που κάποιος δεν μπορεί να πει με λέξεις.                                                                 

Μαρία Λεωνίδου, Ψυχοθεραπεύτρια-Οικογενειακή Θεραπεύτρια.

Βία στο ζευγάρι

Πολλές φορές θεωρούμε ότι τα ζευγάρια θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν ξεχωριστή οντότητα παρά ως μέρος άλλων πολύπλοκων σχέσεων και αλληλεπιδράσεων.

Σύμφωνα με τους Berman et al, στη συντροφική  κακοποίηση υπάρχει ένας “υπερεπαρκής” σύντροφος, αυτόν που ονομάζουμε κακοποιημένο και ένας «ανεπαρκής» σύντροφος αυτός που κακοποιεί. Αυτός που κακοποιεί είναι συχνά ένας άνδρας ο οποίος αισθάνεται ότι είναι κοινωνικά, οικονομικά και πολιτιστικά κατώτερος  από την γυναίκα, σύντροφο του. Η γυναίκα από την άλλη αισθάνεται παρά πολύ ανασφαλής και φαίνεται ότι έχει ανάγκη από ένα άνδρα ο οποίος να είναι εξαιρετικά εξαρτημένος από αυτήν.

Η βία συνήθως εμφανίζεται όταν ο αισθανόμενος υπερβολικά μειονεκτικά άνδρας νιώθει υπερβολικά χαμηλά όταν η σύντροφος του, συμπεριφέρεται πολύ ανεξάρτητα , βγαίνει πολύ συχνά έξω με φίλους. Το επεισόδιο βίας πολύ συχνά έρχεται να εξισορροπήσει την σχέση τους ζευγαριού και να γίνει αποδεκτό από την κακοποιημένη γυναίκα σύντροφο.

Σαν επακόλουθο της βίας στην καλύτερη περίπτωση είναι η μεταμέλεια, η συγχώρεση ακόμα και η ανανεωμένη τρυφερότητα και στην χειρότερη περίπτωση ο ισχυρός σύντροφος να έχει μια αίσθηση τρόμου και αδυναμίας. Τα δύο αυτά συστατικά  μπορούν να δράσουν ως δεσμός ασφαλείας για την σχέση.

Έχουμε λοιπόν το παράδοξο όπου όταν η κακοποιημένη σύντροφος αποφασίσει να φύγει ο σύντροφος θα κινήσει γη και ουρανό για να την βρει και να την πείσει να γυρίσει πίσω. Αν η σύντροφος δεν γυρίσει πίσω υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι ένας τέτοιος σύντροφος θα βρει άλλη σύντροφο να αναπληρώσει το κενό. 

Αυτή η σχέση ταλαντεύεται προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση με μια δυσκολία προς την αλλαγή αφού οι ίδιοι οι σύντροφοι θεωρούν ότι θα επιφέρει καταστροφικές συνέπειες.

Ref.

«Τα θεμέλια της οικογενειακής θεραπείας» Lynn Hoffman, University Studio Press (2012)

Μαρία Λεωνίδου, Ψυχοθεραπεύτρια-Οικογενειακή Θεραπεύτρια.

Κάλυψη συναισθηματικών αναγκών.

Η ένταξη των ανθρώπων  στην κοινωνία αποτελεί ένα από τα πιο στοιχειώδη καθήκοντα της ανθρώπινης και δημοκρατικής εξέλιξης. Κανένας δεν έχει την αρμοδιότητα να θέτει τον εαυτό του υπεράνω ενός άλλου. Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να γίνεται σεβαστός, αποδεκτός, να είναι κύριος της ύπαρξης του, της ζωής του, των αποφάσεων του και φυσικά να συν περιλαμβάνεται στην κοινωνία.

Ξεκινώ από τη παραδοχή ότι όταν οι θεμελιώδης ψυχολογικές ανάγκες  ικανοποιούνται αξιόπιστα ειδικά στην πρώιμη φάση αποτελεί κεντρική προϋπόθεση για μια επιτυχημένη εξέλιξη του παιδιού. Αυτές οι ανάγκες ορίζονται ως ανάγκη για προσανατολισμό, έλεγχο και συνοχή,  ανάγκη για δεσμό ή δεσμούς,  ανάγκη για αύξηση του αισθήματος της αυταξίας και η ανάγκη για ευχαρίστηση.

Η επαρκής και ασφαλής ικανοποίηση των αναγκών αυτών είναι αποφασιστικής σημασίας για την ανάπτυξη των δομικών και λειτουργικών ιδιοτήτων του παιδικού εγκεφάλου που είναι εξαιρετικά εύπλαστος. Καθορίζει τους συναισθηματικούς, κοινωνικούς και γνωσιακούς μηχανισμούς, καθορίζει την ψυχική ανθεκτικότητα, καθορίζει την ικανότητα για δεσμούς και αγάπη, την διάθεση για κέφι και ικανοποίηση και εν τέλη την τρωτότητα και ευαλωτότητα σε ασθένειες.

Τα παιδιά με πρώιμες απογοητεύσεις στην ικανοποίηση των αναγκών αυτών, τείνουν περισσότερο από τα άλλα παιδιά να παρουσιάζουν εξελικτικές καθυστερήσεις με αποτέλεσμα να τραβάνε κλινικά την προσοχή. Ήδη από τον παιδικό σταθμό και το δημοτικό έχουν μικρότερο κίνητρο και διάθεση να ασχοληθούν με δραστηριότητες  που απαιτούν κοινωνική, συναισθηματική ή γνωστική εμπλοκή. Τα παρατάνε δηλαδή πιο εύκολα από τα άλλα παιδιά. Δεν πιστεύουν τα ίδια, ούτε το περιβάλλον τους ότι έχουν αξία ως πρόσωπα ή ότι η οποιαδήποτε δράση τους θα έχει επιτυχία. Εκτός από τις επιδόσεις τους επηρεάζονται οι φιλίες και γενικά οι σχέσεις τους αφού έχουν διαμορφώσει ελάχιστη εμπιστοσύνη και συνέπεια με τους άλλους. Καταλήγουν λοιπόν να γίνονται περιθωριακοί στην ομάδα των συνομήλικων τους. 

Και τι κάνουν όταν γίνονται περιθωριακοί; Κάνουν παρέα με άλλους περιθωριακούς με αποτέλεσμα να συντηρείται η αρνητική εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους και η προσδοκία τους ότι θα αποτύχουν μέσα στο δυσμενές περιβάλλον που λειτουργούν.

Οι γονείς από την άλλη δεν μπορούν να ικανοποιήσουν επαρκώς με ασφάλεια τις βασικές ψυχολογικές ανάγκες γιατί συχνά και οι ίδιοι στην παιδική ηλικία έχουν κάνει εμπειρίες έλλειψης σε σχέση με τους δεσμούς, σε σχέση με την ασφάλεια και την εκτίμηση. Ένας άλλος λόγος πιθανόν να είναι ότι είναι τσακισμένοι και πικραμένοι λόγω μακροχρόνιας ανεργίας, φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισμού ώστε να μην μπορούν να ανταποκριθούν επαρκώς στα σήματα που τους στέλνει το μωρό ή το νήπιο. Τείνουν λοιπόν να γεμίζουν το δικό τους κενό και απογοήτευση, την δική τους έλλειψη προοπτικής με υπερβολική χρήση ΜΜΕ όπως η τηλεόραση, ή το αλκοόλ. Παρόλο που αγαπούν τα παιδιά τους και νοιάζονται για αυτά εξίσου με  άλλους λιγότερα επιβαρυμένους γονείς δυσκολεύονται να απευθυνθούν στα παιδιά τους με τρόπο που είναι συναισθηματικά προβλέψιμος, προαγωγικός και αξιόπιστος. 

Συχνά κάνουμε το λάθος να τους καταλογίζουμε ευθύνες για έλλειψη αγάπης και έλλειψη δεξιοτήτων. Δείχνοντας όμως εκτίμηση σε αυτούς τους γονείς, και αρχίζοντας από την παραδοχή ότι όλοι οι άνθρωποι διαθέτουν ικανότητες ,γνώσεις και δύναμη να αντέχουν σε δύσκολες καταστάσεις μπορούμε να τους φέρουμε σε επαφή με τις θετικές τους πλευρές, τα δυνατά τους σημεία για να κτίσουν σταθερές σχέσεις με τα παιδιά τους μέσα στην καθημερινότητα τους.

Μαρία Λεωνίδου

Ψυχοθεραπεύτρια-Οικογενειακή θεραπεύτρια