Σύμπτωμα και πλαίσιο.

Πολλά είναι τα βιβλία που αναφέρονται σε μια λεπτομερή περιγραφή των συμπτωμάτων όταν δεν νιώθουμε καλά ψυχικά. Όσο πιο λεπτομερής είναι αυτές οι περιγραφές τόσο πιο πολύ εμείς μπαίνουμε στην διαδικασία να βρούμε την αιτία αυτών των συμπτωμάτων και να καταλήξουμε σε μια διάγνωση.

Η συμπεριφορά μας εξαρτάται από το πλαίσιο στο οποίο βρισκόμαστε. Διαφορετικά  συμπεριφερόμαστε στο πλαίσιο της οικογένειας μας και διαφορετικά συμπεριφερόμαστε στο πλαίσιο της εργασίας μας. Αν θέλαμε να περιγράψουμε αυτές τις συμπεριφορές με βάση τα συμπτώματα θα έπρεπε να βγάλουμε μια διάγνωση. Όλοι μας γνωρίζουμε ότι η διάγνωση είναι χρήσιμη για να αποφασίσουμε ποιο φάρμακο θα χορηγήσουμε.

Αν όμως δούμε το σύμπτωμα σαν κάτι που θέλει να μας πει, ένα μήνυμα για τις σχέσεις μας, για τους ανθρώπους που βρίσκονται στο πλαίσιο μας τότε θα ενδιαφερόμασταν περισσότερο να μάθουμε ποιο είναι το μήνυμα που θέλει να μας πει παρά ποια είναι η  διάγνωση. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει πολλές διαγνώσεις (όσο πιο πολλές τόσο πιο άχρηστες είναι ) ή πολλές συμπεριφορές στις οποίες μπορούμε να αποδώσουμε ένα ορισμό.

Οι άνθρωποι έχουν συμπτώματα και κανείς δεν αμφισβητεί ότι υπάρχουν. Πίσω από μια συμπεριφορά υπάρχει μια ιστορία. Αν η συμπεριφορά είναι θέμα πλαισίου τότε το  σύμπτωμα είναι μέρος της ιστορίας και εκφράζει αυτό που κάποιος δεν μπορεί να πει με λέξεις.                                                                 

Μαρία Λεωνίδου, Ψυχοθεραπεύτρια-Οικογενειακή Θεραπεύτρια.

Βία στο ζευγάρι

Πολλές φορές θεωρούμε ότι τα ζευγάρια θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν ξεχωριστή οντότητα παρά ως μέρος άλλων πολύπλοκων σχέσεων και αλληλεπιδράσεων.

Σύμφωνα με τους Berman et al, στη συντροφική  κακοποίηση υπάρχει ένας “υπερεπαρκής” σύντροφος, αυτόν που ονομάζουμε κακοποιημένο και ένας «ανεπαρκής» σύντροφος αυτός που κακοποιεί. Αυτός που κακοποιεί είναι συχνά ένας άνδρας ο οποίος αισθάνεται ότι είναι κοινωνικά, οικονομικά και πολιτιστικά κατώτερος  από την γυναίκα, σύντροφο του. Η γυναίκα από την άλλη αισθάνεται παρά πολύ ανασφαλής και φαίνεται ότι έχει ανάγκη από ένα άνδρα ο οποίος να είναι εξαιρετικά εξαρτημένος από αυτήν.

Η βία συνήθως εμφανίζεται όταν ο αισθανόμενος υπερβολικά μειονεκτικά άνδρας νιώθει υπερβολικά χαμηλά όταν η σύντροφος του, συμπεριφέρεται πολύ ανεξάρτητα , βγαίνει πολύ συχνά έξω με φίλους. Το επεισόδιο βίας πολύ συχνά έρχεται να εξισορροπήσει την σχέση τους ζευγαριού και να γίνει αποδεκτό από την κακοποιημένη γυναίκα σύντροφο.

Σαν επακόλουθο της βίας στην καλύτερη περίπτωση είναι η μεταμέλεια, η συγχώρεση ακόμα και η ανανεωμένη τρυφερότητα και στην χειρότερη περίπτωση ο ισχυρός σύντροφος να έχει μια αίσθηση τρόμου και αδυναμίας. Τα δύο αυτά συστατικά  μπορούν να δράσουν ως δεσμός ασφαλείας για την σχέση.

Έχουμε λοιπόν το παράδοξο όπου όταν η κακοποιημένη σύντροφος αποφασίσει να φύγει ο σύντροφος θα κινήσει γη και ουρανό για να την βρει και να την πείσει να γυρίσει πίσω. Αν η σύντροφος δεν γυρίσει πίσω υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι ένας τέτοιος σύντροφος θα βρει άλλη σύντροφο να αναπληρώσει το κενό. 

Αυτή η σχέση ταλαντεύεται προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση με μια δυσκολία προς την αλλαγή αφού οι ίδιοι οι σύντροφοι θεωρούν ότι θα επιφέρει καταστροφικές συνέπειες.

Ref.

«Τα θεμέλια της οικογενειακής θεραπείας» Lynn Hoffman, University Studio Press (2012)

Μαρία Λεωνίδου, Ψυχοθεραπεύτρια-Οικογενειακή Θεραπεύτρια.

Κάλυψη συναισθηματικών αναγκών.

Η ένταξη των ανθρώπων  στην κοινωνία αποτελεί ένα από τα πιο στοιχειώδη καθήκοντα της ανθρώπινης και δημοκρατικής εξέλιξης. Κανένας δεν έχει την αρμοδιότητα να θέτει τον εαυτό του υπεράνω ενός άλλου. Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να γίνεται σεβαστός, αποδεκτός, να είναι κύριος της ύπαρξης του, της ζωής του, των αποφάσεων του και φυσικά να συν περιλαμβάνεται στην κοινωνία.

Ξεκινώ από τη παραδοχή ότι όταν οι θεμελιώδης ψυχολογικές ανάγκες  ικανοποιούνται αξιόπιστα ειδικά στην πρώιμη φάση αποτελεί κεντρική προϋπόθεση για μια επιτυχημένη εξέλιξη του παιδιού. Αυτές οι ανάγκες ορίζονται ως ανάγκη για προσανατολισμό, έλεγχο και συνοχή,  ανάγκη για δεσμό ή δεσμούς,  ανάγκη για αύξηση του αισθήματος της αυταξίας και η ανάγκη για ευχαρίστηση.

Η επαρκής και ασφαλής ικανοποίηση των αναγκών αυτών είναι αποφασιστικής σημασίας για την ανάπτυξη των δομικών και λειτουργικών ιδιοτήτων του παιδικού εγκεφάλου που είναι εξαιρετικά εύπλαστος. Καθορίζει τους συναισθηματικούς, κοινωνικούς και γνωσιακούς μηχανισμούς, καθορίζει την ψυχική ανθεκτικότητα, καθορίζει την ικανότητα για δεσμούς και αγάπη, την διάθεση για κέφι και ικανοποίηση και εν τέλη την τρωτότητα και ευαλωτότητα σε ασθένειες.

Τα παιδιά με πρώιμες απογοητεύσεις στην ικανοποίηση των αναγκών αυτών, τείνουν περισσότερο από τα άλλα παιδιά να παρουσιάζουν εξελικτικές καθυστερήσεις με αποτέλεσμα να τραβάνε κλινικά την προσοχή. Ήδη από τον παιδικό σταθμό και το δημοτικό έχουν μικρότερο κίνητρο και διάθεση να ασχοληθούν με δραστηριότητες  που απαιτούν κοινωνική, συναισθηματική ή γνωστική εμπλοκή. Τα παρατάνε δηλαδή πιο εύκολα από τα άλλα παιδιά. Δεν πιστεύουν τα ίδια, ούτε το περιβάλλον τους ότι έχουν αξία ως πρόσωπα ή ότι η οποιαδήποτε δράση τους θα έχει επιτυχία. Εκτός από τις επιδόσεις τους επηρεάζονται οι φιλίες και γενικά οι σχέσεις τους αφού έχουν διαμορφώσει ελάχιστη εμπιστοσύνη και συνέπεια με τους άλλους. Καταλήγουν λοιπόν να γίνονται περιθωριακοί στην ομάδα των συνομήλικων τους. 

Και τι κάνουν όταν γίνονται περιθωριακοί; Κάνουν παρέα με άλλους περιθωριακούς με αποτέλεσμα να συντηρείται η αρνητική εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους και η προσδοκία τους ότι θα αποτύχουν μέσα στο δυσμενές περιβάλλον που λειτουργούν.

Οι γονείς από την άλλη δεν μπορούν να ικανοποιήσουν επαρκώς με ασφάλεια τις βασικές ψυχολογικές ανάγκες γιατί συχνά και οι ίδιοι στην παιδική ηλικία έχουν κάνει εμπειρίες έλλειψης σε σχέση με τους δεσμούς, σε σχέση με την ασφάλεια και την εκτίμηση. Ένας άλλος λόγος πιθανόν να είναι ότι είναι τσακισμένοι και πικραμένοι λόγω μακροχρόνιας ανεργίας, φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισμού ώστε να μην μπορούν να ανταποκριθούν επαρκώς στα σήματα που τους στέλνει το μωρό ή το νήπιο. Τείνουν λοιπόν να γεμίζουν το δικό τους κενό και απογοήτευση, την δική τους έλλειψη προοπτικής με υπερβολική χρήση ΜΜΕ όπως η τηλεόραση, ή το αλκοόλ. Παρόλο που αγαπούν τα παιδιά τους και νοιάζονται για αυτά εξίσου με  άλλους λιγότερα επιβαρυμένους γονείς δυσκολεύονται να απευθυνθούν στα παιδιά τους με τρόπο που είναι συναισθηματικά προβλέψιμος, προαγωγικός και αξιόπιστος. 

Συχνά κάνουμε το λάθος να τους καταλογίζουμε ευθύνες για έλλειψη αγάπης και έλλειψη δεξιοτήτων. Δείχνοντας όμως εκτίμηση σε αυτούς τους γονείς, και αρχίζοντας από την παραδοχή ότι όλοι οι άνθρωποι διαθέτουν ικανότητες ,γνώσεις και δύναμη να αντέχουν σε δύσκολες καταστάσεις μπορούμε να τους φέρουμε σε επαφή με τις θετικές τους πλευρές, τα δυνατά τους σημεία για να κτίσουν σταθερές σχέσεις με τα παιδιά τους μέσα στην καθημερινότητα τους.

Μαρία Λεωνίδου

Ψυχοθεραπεύτρια-Οικογενειακή θεραπεύτρια

Απώλεια..

Όλοι μας σε μια κάποια στιγμή στην ζωή μας ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια απώλεια. Απώλεια μπορεί να σημαίνει ο θάνατος ενός αγαπημένου μας, μια σοβαρή ασθένεια, η απώλεια μιας λειτουργίας του σώματος μας, ένα διαζύγιο, μια απογοήτευση από μια φιλία  ακόμα και η απόλυση από την εργασία μας. Η απώλεια μπορεί να προκληθεί από τραυματικά γεγονότα τα οποία επηρεάζουν τις συνθήκες της ζωής μας και μέσα από αυτές καλούμαστε να ανά στοχαστούμε το πως αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. 

Ως άνθρωποι έχουμε την ανάγκη να αποδώσουμε πολλά και διαφορετικά νοήματα για να εξηγήσουμε τον λόγο της απώλειας μας. Αυτά μπορεί να είναι η αποστέρηση, η αποτυχία, κάτι από το παρελθόν μας ή το παρόν μας, αιτίες που συνδέονται με την προσωπική μας ζωή που πολλές φορές δυσκολευόμαστε να εκφράσουμε. 

Από μικρά παιδιά μέχρι και την προχωρημένη ωρίμανση καλούμαστε να μπούμε σε ένα εξελικτικό στάδιο για να αντιμετωπίσουμε νέες προκλήσεις. Μία από αυτές είναι και ο θρήνος. Ο πόνος του θρήνου που συνοδεύει  την απώλεια μας, για όσα ήταν σημαντικά για εμάς και αγαπήσαμε, αποτελεί μια φυσική εμπειρία της ανθρώπινης ζωής, η οποία μας δημιουργήσει ανασφάλεια και μπέρδεμα για το πως προχωρούμε μετά την απώλεια μέσα στις σχέσεις μας.

Ο θρήνος μπορεί να επιδεινωθεί αν παραμεληθεί από τα μέλη της οικογένειας, από τους φίλους, το εργασιακό περιβάλλον ή τα μέλη της κοινότητας αν δεν είναι επιτρεπτός να βιωθεί.

Στο θρήνο μας συμμετέχουμε ενεργά, δεν τον υπομένουμε παθητικά αφήνοντας τον χρόνο να επουλώσει τις πληγές μας αλλά τον εντάσσουμε στην καθημερινότητα μας, αποδίδοντας νόημα σε αυτά που βιώνουμε. Δεν είναι κάτι που πρέπει να ξεπεράσουμε σε ένα χρονικό διάστημα αλλά μια διεργασία που θα μας βοηθήσει να αναθεωρήσουμε αξίες, στόχους, προτεραιότητες και σιγά σιγά να τον εντάξουμε στις σχέσεις μας μετά την απώλεια. 

Μαρία Λεωνίδου

Οικογενειακοί ρόλοι.

Ένας σημαντικός παράγοντας για να λειτουργήσει μια οικογένεια είναι η εκχώρηση ρόλων στα μέλη της. Είναι μια βασική λειτουργία που βοηθά  τα μέλη της να λειτουργούν σε ένα υγειές περιβάλλον. Η κατανομή ρόλων βοηθά  στην ανάληψη υπευθυνότητας αλλά και στις επιμέρους λειτουργίες της οικογένειας. Η οικογένεια ως ανοικτό σύστημα μπορεί να αντιληφθεί την διαφορετικότητα στους ρόλους, ενώ η οικογένεια ως κλειστό σύστημα δεν επιτρέπει την διαφοροποίηση των ρόλων, αλλά αντίθετα θεωρεί ότι το μέλος της θα πρέπει να φέρει τον ρόλο που του ανατέθηκε για πάντα.

Ο ρόλος μπορεί να είναι ηγετικός και άλλοτε ρόλος ενός απλού μέλους, μπορεί να είναι ο ρόλος του δυνατού ή του αδύνατου, του ικανού ή του ανίκανου, ο ρόλος αυτού που θα αναλάβει όλο το βάρος των συγκρούσεων, ή ο ρόλος αυτού του ανώριμου, μικρού και αναίσθητου.

Σε δυσλειτουργικές σχέσεις το παιδί μπορεί να πάρει τον ρόλο του συντρόφου, του υπέρ γονιού ή του αδικημένου. Το παιδί τότε εγκλωβίζεται και δυσκολεύεται να διαφοροποιηθεί και να αναπτυχθεί. Η ανάθεση των ρόλων γίνεται μέσω της σύγκρισης  και της υποτίμησης των μελών της οικογένειας με ένα μη συνειδητό  τρόπο βάζοντας ταμπέλες στα παιδιά της οικογένειας. 

Παιδιά που έχουν ενσωματώσει τις αγωνίες της οικογένειας τους χαρακτηρίζονται ως φοβικά, παιδιά που δεν επιτρεπόταν να εκφράσουν τις επιθυμίες τους για να μην στεναχωρηθούν οι γονείς τους χαρακτηρίζονται  δειλά, παιδιά που αφομοιώνουν όλες τις εντάσεις τις οικογένειας ως διαταραχτικά. Αν ένα παιδί ταυτιστεί με τον ρόλο του ταυτίζεται μόνο με κάποιες πλευρές του ενώ οι υπόλοιπες μένουν απαγορευμένες. Αν δεν αναγνωρίσει τον ρόλο του τότε θα συνεχίσει να τον αναπαράγει και έξω από τα πλαίσια της οικογένειας του.

Μέσω της ψυχοθεραπείας ο ρόλος γίνεται κατανοητός μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο και δημιουργούνται νέες αναπλαισιώσεις για απελευθέρωση από τον ρόλο αλλά και την κατανόηση της διαφορετικότητας.

Μαρία Λεωνίδου

Τι νόημα έχουν όλα αυτά;

Τους αναγνωρίζουμε πολύ συχνά . Άνθρωποι που θεωρούν ότι η ευτυχία είναι για τους άλλους, άνθρωποι που δεν βρίσκουν καμιά θετική αξία στην επαφή τους με τους άλλους ανθρώπους. Άνθρωποι που ενώ οι άλλοι διασκεδάζουν αυτοί είναι αποσυρμένοι σε μια γωνιά  χωρίς να μπορούν να επικοινωνήσουν.

Ως παιδιά οι σχέσεις με τα άλλα παιδιά ήταν σχεδόν ανύπαρκτες, περνούσαν απαρατήρητοι, ήταν πάντα τα καλά παιδιά που δεν δημιουργούσαν μπελάδες. Ως μικρά παιδιά προσπάθησαν να ρωτήσουν, να μάθουν, να εξερευνήσουν, μόνο για να πάρουν στερεότυπες  ή ακατανόητες απαντήσεις  για την ηλικία τους οι οποίες μεγάλωναν την σύγχυση τους. Κατέληξαν λοιπόν να μην ρωτούν, να μην εξερευνούν, και να μην μπορούν να απολαύσουν την συναρπαστικότητα του εξωτερικού κόσμου. 

Ως ενήλικες ο περίγυρος φαντάζει ανιαρός, άνοστος χωρίς κανένα ενδιαφέρον. Ως ενήλικες σταματούν να αναζητούν την αλήθεια, τους λείπουν οι πρώτες καταγραφές ενδιαφέροντος και οι εντυπωσιακές οπτικές της καθημερινότητας. Στα αυτιά τους ακούγεται ένα σύστημα αξιών που τους λέει: “να παρουσιάζεις ενδιαφέρον στους άλλους, να μην είσαι πληκτικός, να είσαι δημιουργικός, και παραγωγικός”

Πως όμως να το καταφέρουν αυτό αν μεγάλωσαν με ανέκφραστοuς και ανιαρούς  γονείς που δεν είχαν την δική τους γνώμη; Πως να το καταφέρουν αυτό αν η πραγματικότητα τους είναι περιορισμένη από τα παιδικά τους χρόνια;

Αν τελικά νιώσουν την ανάγκη για θεραπεία επειδή έχουν μια ακαθόριστη κατάθλιψη η σύνηθης ερώτηση είναι:

Τι νόημα έχουν όλα αυτά;

Μαρία Λεωνίδου

Το άλλο παιδί πως τα πήγε;

Γνώριμη είναι η σκηνή που ως μικρά παιδιά τρέξαμε στους γονείς μας για διηγηθούμε κάποια επιτεύγματα και αντί να μας επιβραβεύσουν έπρεπε να απαντήσουμε στις ερωτήσεις τους, στο πως πήγαν τα άλλα παιδιά. Νιώσαμε ότι χάθηκε η χαρά μας και αναγνωρίσαμε ότι η χαρά της επιτυχία μας θα έπρεπε να εξαρτάται από την επίδοση κάποιου άλλου. 

Οι γονείς πολλές φορές καλοπροαίρετα κάνουν συγκρίσεις μεταξύ αδελφών, ξαδέλφων  και γνωστών χωρίς να καταλαβαίνουν ότι πληγώνουν τα παιδιά τους και ότι η σύγκριση είναι ισόβια με το άγχος. Η σύγκριση μπορεί να ωθήσει το παιδί σε πολλές διακρίσεις αλλά  μπορεί επίσης να σπρώξει το παιδί σε ένα ανελέητο ανταγωνισμό για να νιώθει πάντα πρώτο σε όλα. 

Το παιδί μεγαλώνοντας μετρά την επίδοση του με γνώμονα την σύγκριση με τους άλλους και μένει μόνιμα στραμμένος με το τι κάνουν οι άλλοι. Εθίζεται στον ανταγωνισμό που προσφέρει προσωρινά ευχαρίστηση, το αίσθημα όμως της αδικίας είναι παρόν σε όλες τις φάσεις της ζωής του. Από την βαθμολογία στο σχολείο, από την κατάταξη στο πανεπιστήμιο, από την ανεύρεση μιας υψηλής επαγγελματικής θέσης ακόμα και την επιλογή του συντρόφου.

Οποιαδήποτε αρνητική σύγκριση  την βιώνει ως κρίση του δικού του εαυτού. Μια αρνητική κρίση το καταρρακώνει αφού υποχρεωτικά πρέπει να την αντέξει για να μην νιώσει αδικημένο. Νιώθει τέτοια εσωτερική πίεση που το καταβάλλει. 

Πολλοί γονείς φορτώνουν τα παιδιά τους με φροντιστήρια για να πετύχουν. Δεν τους πιέζουν μόνο για τα μαθήματα αλλά και με άλλες δραστηριότητες.  Νιώθουν ανασφάλεια να εκφράσουν τα θετικά τους σχολεία προς τα παιδιά τους από φόβο μήπως και αυτά χαλαρώσουν και σταματήσουν την προσπάθεια. Ξεχνούν όμως πόσο σημαντική είναι η συμβολή τους στην αναζήτησή αυθεντικών στιγμών, στην αναζήτησή  δημιουργικών δραστηριοτήτων που θα μπορούσαν να κάνουν  μαζί με τα παιδιά τους και θα βοηθήσει στην ανάπτυξη μιας αξιοκρατικής κρίσης.  Ξεχνούν πόσο σημαντική είναι η συμβολή τους στην διαρκή έκφραση των θετικών και τρυφερών συναισθημάτων  και στην δημιουργία  χώρου για να δεχτούν την μοναδική ύπαρξη του παιδιού τους. 

Μαρία Λεωνίδου

Συναισθηματική ισορροπία

Στις σχέσεις  υπάρχει ένα ευαίσθητο σημείο που όταν το νιώσουμε χάνουμε την συναισθηματική μας ισορροπία. Αυτή η ευαισθησία μπορεί να έχει προκληθεί από προηγούμενες στιγμές σε προηγούμενες σχέσεις, όπου η συναισθηματική μας ανάγκη έχει παραμεληθεί, ή από τραυματικές σχέσεις με ανθρώπους που είχαν μεγάλη σημασία για εμάς, όπως γονείς, φίλοι και πρώην συντρόφους.

Ως άνθρωποι μπορεί να έχουμε πολλά ευαίσθητα σημεία υπάρχει όμως πάντα ένα που μας βάζει σε ένα φαύλο κύκλο συζήτησης με τον σύντροφο μας χωρίς να καταλήγουμε πουθενά. Αυτό το ευαίσθητο σημείο εμφανίζεται συνήθως σε μεταβατικές περιόδους της σχέσης, όπως είναι η αυτονόμηση από το σπίτι, η απόκτηση ενός μωρού, η εμφάνιση μιας σοβαρής αρρώστιας, η απώλεια εργασίας. Σε τέτοιες περιόδους έχουμε ιδιαίτερη ανάγκη από την στήριξη του συντρόφου μας. Αν αυτό δεν μπορεί να μας το προσφέρει ο σύντροφος μας ή για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα υπάρχει συνεχής αδιαφορία τότε διαισθανόμαστε μια αφόρητη αίσθηση ψυχικού πόνου.  

Όταν καταπιέζουμε τα συναισθήματα μας, μεγαλώνει η αβεβαιότητα μας για τα συναισθήματα του άλλου , αρχίζουμε να μαλώνουμε για το κάθε τι, και νιώθουμε όλο  πιο μόνοι και χαμένοι. Το σώμα μας αρχίζει να αντιδρά είτε με στομαχόπονους ή πόνους στο κεφάλι και αρχίζουμε να σκεφτόμαστε, κάπως αργά, πως να επεξεργαστούμε τα συναισθήματα μας.

Ένα πρώτο βήμα θα ήταν να αναγνωρίσουμε τα δικά μας ευαίσθητα σημεία και να βοηθήσουμε τον σύντροφο μας να αναγνωρίσει τα δικά του. Μόνο όταν καταλάβουμε τι υπάρχει πίσω από τον έντονο τόνο συναισθηματικής συζήτησης ή γιατί ο σύντροφος μας είναι απόμακρος, πληγωμένος θα μπορέσουμε πιο εύκολα  να προχωρήσουμε και να επουλώσουμε τον πόνο μας. 

Οι άνθρωποι που έχουν μεγαλώσει σε ένα ασφαλές συναισθηματικό περιβάλλον, έχουν λιγότερα ευαίσθητα σημεία σε αντίθεση  με άλλους  ανθρώπους που έχουν παραμεληθεί ή τραυματιστεί συναισθηματικά και δυσκολεύονται να εμπιστευτούν τον σύντροφο τους. Γνωρίζουμε όμως ότι το παρελθόν δεν μας καθορίζει ούτε είμαστε δέσμιοι του. Με γνώμονα την αγάπη μπορούμε να θεραπεύσουμε ακόμη και τα πιο δύσκολα ευαίσθητα σημεία που μας ταλαιπωρούν.

Μαρία Λεωνίδου

Γονιός ή διαιτητής;

Δεν είναι λίγες οι φορές που οι γονείς, ενώ η αρχική αντίδραση τους είναι αρνητική, βλέποντας τα παιδιά τους να τσακώνονται μεταξύ τους, με κλάμματα και γκρίνιες, υποχωρούν αγανακτισμένοι μπροστά στις απαιτήσεις τους και δίνουν αυτό που αρχικά έχουν αρνηθεί. Κάθε φορά όμως που υποχωρούν στην γκρίνια ενός παιδιού ταυτόχρονα πυροδοτείται και η αντίδραση του άλλου παιδιού για να διεκδικήσει τον τίτλο του αδικημένου που θέλει  να αποκτήσει τα ίδια προνόμια που πήρε ο αδελφός του.

Αυτό συμβαίνει ήδη από μικρή ηλικία, όταν τα αδέλφια πολύ φυσιολογικά αρχίζουν να τσακώνονται μεταξύ τους και οι γονείς λόγω της ανησυχίας τους αναλαμβάνουν ρόλο διαιτητή. Σε τέτοιες περιπτώσεις, συνήθως οι γονείς δεν απευθύνονται και στα δύο αδέλφια αλλά στο μεγαλύτερο με το επιχείρημα ότι λόγω της ηλικίας του θα πρέπει να σταματήσει την διαμάχη.

Η παρέμβαση αυτή των γονιών οδηγεί τα παιδιά στο να υπερασπίσουν τον εαυτό τους και να σταθούν ο ένας απέναντι στον άλλο αποδεικνύοντας στον διαιτητή-γονιό το δίκαιο τους. Αρχίζουν λοιπόν οι γονείς να κρίνουν τα παιδιά τους για την συμπεριφορά τους,  και αναζητούν σε άλλους τα αίτια της συμπεριφοράς των παιδιών τους, όπως στο σχολείο, στις παρέες, στο περιβάλλον, και το διαδίκτυο. Απογοητεύονται ως γονείς από την συμπεριφορά των παιδιών τους με αποτέλεσμα η οποιαδήποτε προσπάθεια τους να διαλυθεί η διαμάχη, καταλήγει στην ενοχοποίηση των παιδιών.

Έχουμε επομένως το φαινόμενο όπου ο φόβος και η αγωνία των γονιών εμποδίζουν τα παιδιά να αναζητήσουν από μόνα τους προσωπικά κίνητρα για να αλλάξουν μια κατάσταση βάση των δικών τους επιθυμιών.Με αυτό τον τρόπο χάνεται η ευκαιρία για τα ίδια τα παιδιά να βρουν τους δικούς τους τρόπους να επικοινωνήσουν και να διαπραγματευτούν με τον δικό τους παιδικό τρόπο, τις οποιεσδήποτε διαμάχες με πολύ λιγότερες διενέξεις. 

Η ανοχή δεν βοηθά καθόλου αφού ρίχνει το άδικο πάντα στον άλλο, δημιουργεί θύτες και βάζει στο περιθώριο συναισθήματα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αναζήτησή του προβλήματος αλλά και την εύρεση λύσεων. Τότε είναι που οι γονείς μετατρέπονται σε ανθρώπους με υπομονή, που αναλαμβάνουν τις δικές τους προσωπικές ευθύνες, αρπάζοντας τέτοιες ευκαιρίες για να γαλουχήσουν τα παιδιά τους σε αυτές τις δύσκολες στιγμές της ζωής τους ως εμπειρίες του ανθρώπινου βιώματος. 

Μαρία Λεωνίδου

Ανορεξία και Οικογένεια.

Η νευρική ανορεξία ορίζεται ως  διαταραχή, η οποία επηρεάζει συνήθως τα νεαρά κορίτσια  και νεαρές γυναίκες . Είναι κυρίως διαδεδομένη  τα τελευταία χρόνια και εμφανίζεται πιο συχνά  στις Δυτικές Κοινωνίες, στον αναπτυγμένο κόσμο. Το άτομο αρνείται να διατηρήσει το βάρος του στο επίπεδο του φυσιολογικού βάρους για την ηλικία και το ύψος του και υπάρχει έντονος φόβος παχυσαρκίας, που δεν ελαττώνεται με την μείωση του βάρους.

Η οικογένεια αποτελεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο μαθαίνουμε, αποκτούμε εμπειρίες και κάνουμε τις  πρώτες προσπάθειες  για εξατομίκευση, διαφοροποίηση και απόκτηση ταυτότητας. Μέσα  στο οικογενειακό σύστημα  αλληλεπιδρούμε με επικοινωνιακά μοντέλα, κατασκευάζουμε τις ατομικές και οικογενειακές μας ιστορίες, υιοθετούμε έννοιες και αξίες, οι οποίες επηρεάζουν το παρόν μας και επιδρούν στο μέλλον μας.

Στην ανορεξία θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη παράγοντες  όπως το γεγονός ότι το άτομο διανύει μια φάση ψυχικών,  κοινωνικών και σωματικών  αλλαγών, όπως πχ η εφηβεία αλλά και το γεγονός ότι οι οικογένειες αυτών των ατόμων, τείνουν να επαναλαμβάνουν σχήματα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.  Η θεραπεία με την οικογένεια προτείνει μια κυκλική συσχέτιση αυτών των παραγόντων με σκοπό να εισηγηθεί ένα πλάνο παρέμβασης.

Στις οικογένειες με ανορεκτικά άτομα υπάρχουν κάποιες σημαντικές ιδιαιτερότητες και μεταβλητές οι οποίες αν και δεν είναι αποκλειστικές, πιθανόν να σχετίζονται με το σύμπτωμα της ανορεξίας. Αρχικά τα όρια  μεταξύ των ατόμων και των υπο-συστημάτων μέσα στην οικογένεια είναι συγκεχυμένα. Ο ένας μπαίνει στο φυσικό και ψυχοσυναισθηματικό χώρο του άλλου εμποδίζοντας την αυτονομία και την ιδιωτική του ζωή. Τα σχεδόν   ανύπαρκτα όρια, δυσκολεύουν την εξατομίκευση και διαφοροποίηση  του ατόμου, με αποτέλεσμα  τα άτομα αυτά να καταφεύγουν στην άρνηση λήψης τροφής για να κερδίσουν τον έλεγχο.

Η αποφυγή συγκρούσεων είναι επίσης ένα άλλο χαρακτηριστικό των οικογενειών αυτών. Αυτό δεν σημαίνει  ότι δεν υπάρχουν συγκρούσεις στην οικογένεια , αλλά τα μέλη δυσκολεύονται να ορίσουν ένα σαφή και ώριμο διαχωρισμό των σχέσεων τους, αφού αυτό θα διευκόλυνε τις διαδικασίες διαφοροποίησης. Έτσι λοιπόν όταν το άτομο αρνείται να λάβει τροφή λειτουργεί καταλυτικά για να μην βγει στην επιφάνεια ένα άλλο πρόβλημα στην οικογένεια.

Το ανορεκτικό μέλος μπαίνει σε μια επώδυνη διαδικασία σε  μια προσπάθεια  να διαφοροποιηθεί από την υπόλοιπη οικογένεια αλλά ταυτόχρονα προσαρμόζεται σε ένα σύστημα που λογοκρίνει και απαγορεύει κάθε μορφή σύγκρουσης. Έτσι λοιπόν απομονώνεται δια μέσου του προβλήματος της πρόσληψης τροφής σε ένα ασφαλές μέρος όπου νιώθει ασφάλεια, σε ένα χώρο παιδικό και προστατευμένο.

Μαρία Λεωνίδου